| Νυχτερινό - 2001 | ||
Στίχοι:
Μάρω Βαμβουνάκη
Μουσική:
Τάκης Βούης
Και τα μεσάνυχτα κυλάνε, κυλάνε, με τις ζωές μας που περνάνε, περνάνε, κι εσύ είσαι μοναχή. Η σιγαλιά σου που απλώνει, απλώνει, και το ρολόι με μαλώνει, μαλώνει, που εσύ είσαι μοναχή. Πάω στην κουζίνα για καφέ, θα φτιάξω έναν διπλό, δίχως καθόλου ζάχαρη, και με ζεστό νερό, στέκομαι στο παράθυρο, κοιτάζω το σκοτάδι, κι εκείνο το λουλούδι σου, που έμεινε ξερό. Η μια βραδιά τρώει την άλλη, την άλλη, μέσα στου πόνου τη ζάλη, τη ζάλη, κι εσύ είσαι μοναχή. Μέσα σε μυστικά κλεισμένος, κλεισμένος, και στην καρέκλα μου δεμένος, δεμένος, κι εσύ είσαι μοναχή. Πάω στην κουζίνα για καφέ, θα φτιάξω έναν διπλό, δίχως καθόλου ζάχαρη, και με ζεστό νερό, στέκομαι στο παράθυρο, κοιτάζω το σκοτάδι, κι εκείνο το λουλούδι σου, που έμεινε ξερό. Και τα μεσάνυχτα κυλάνε, κυλάνε, με τις ζωές μας που περνάνε, περνάνε, κι εσύ είσαι μοναχή. |
Ποια είναι τα «φτερά του έρωτα»; Τα διαφορετικά του πρόσωπα; Πώς είναι δυνατό να χωράει όλες αυτές τις εκρηκτικές δυνάμεις που δοκιμάζουν τα όρια μας, την αγάπη, το πάθος, τη ζήλια; Πόσο τυφλός, ωμός, κεραυνοβόλος, παράλογος, υπερβατικός μπορεί να γίνει ή πόσο σοφός, ώριμος, λογικός, υποταγμένος σε «προδιαγραφές» και σχηματοποιήσεις;
Σάββατο 27 Απριλίου 2013
Νυχτερινό - 2001
Να σε πάρω και να φύγουμε
Στίχοι:
Μάρω Βαμβουνάκη
Μουσική:
Τάκης ΒούηςΞέρω ένα τρένο που`ναι φτιαγμένο από τον άνεμο και τις φωτιές έχει φτερούγες, έχει και ρόδες και ταξιδεύει στις εποχές. Το Φθινόπωρο πάντα συμβαίνει όταν πέφτει βαριά η συννεφιά να σφυρίζει ξανά στην ψυχή μου να με παίρνει μακριά στα παλιά, και σε σένα. Να σε πάρω και να φύγουμε... Ξέρω τα μάτια σου που`ναι φτιαγμένα από του μύθου σου την ομορφιά από τον πόθο μου κι απ`την ανάγκη κι από του έρωτα την ερημιά. Το Φθινόπωρο πάντα συμβαίνει όταν πέφτει βαριά η συννεφιά να ανατέλλουνε μέσα στο σπίτι να με παίρνουν μακριά στα παλιά, και σε σένα. |
Να σε πάρω και να φύγουμε
| Να σε πάρω και να φύγουμε - 2007 | ||
Στίχοι:
Μάρω Βαμβουνάκη
Μουσική:
Τάκης Βούης
Ξέρω ένα τρένο που`ναι φτιαγμένο από τον άνεμο και τις φωτιές έχει φτερούγες, έχει και ρόδες και ταξιδεύει στις εποχές. Το Φθινόπωρο πάντα συμβαίνει όταν πέφτει βαριά η συννεφιά να σφυρίζει ξανά στην ψυχή μου να με παίρνει μακριά στα παλιά, και σε σένα. Να σε πάρω και να φύγουμε... Ξέρω τα μάτια σου που`ναι φτιαγμένα από του μύθου σου την ομορφιά από τον πόθο μου κι απ`την ανάγκη κι από του έρωτα την ερημιά. Το Φθινόπωρο πάντα συμβαίνει όταν πέφτει βαριά η συννεφιά να ανατέλλουνε μέσα στο σπίτι να με παίρνουν μακριά στα παλιά, και σε σένα. |
Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο
| Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο - 1996 | ||
Στίχοι:
Μάρω Βαμβουνάκη
Μουσική:
Φίλιππος Πλιάτσικας
Άγονη πλήξη μιας ζωής, δίχως έρωτα της ερημιάς μου τέρας, της πόλης μου θηρίο μη με φοβάσαι αλλοπαρμένη έκφραση οι τοίχοι σου θυμίζουν τον πρώτο σου έρωτα οι πιο πολλοι αδιάφορα κενοί, σε λυγίζουν όπου και να `σαι στα σκοτεινά δρομάκια οι σκιές γλιστράνε επικίνδυνα Στα ηλεκτρισμένα ξενυχτάδικα οι γυναίκες μισοκρύβονται πίσω απ’ τη λήθη Στα κολασμένα παζάρια της λεωφόρου οι αστυνόμοι οι πλούσιοι επαρχιώτες μηχανόβιοι μάσκες ακάλυπτες μικρές στο γύρο του θανάτου που τρεμοπαίζουν τον άγγελο ή τον δαίμονα στις άκρες των δακτύλων τους, ξημέρωμα Σαββάτου Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω δεν άντεξαν μαζί και χάθηκαν μακριά κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο για να μην υποφέρεις φύγε μακριά μου, κρύψου από μένα δεν ξέρω αν φεύγεις, τώρα, για το λίγο μου ή αν αυτό που νιώθω ήταν πολύ πολύ για σένα, πολύ για σένα Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω δεν άντεξαν μαζί και χάθηκαν μακριά κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο... |
Δευτέρα 15 Απριλίου 2013
Το πέταγμα
Το πέταγμα
Ήθελε το σύμπαν να χαρτογραφήσει
πάνω στο δέρμα του
είχε σκεφτεί τα δάση και τα ποτάμια
που ταίριαζαν στο κάθε του κομμάτι
στα γυμνά του μπράτσα
αστραπές θα ζωγράφιζε
λευκές καταιγίδες στο στήθος
στους ώμους φτερά ολόλευκα
πάντα της τον έβλεπε αετό
σε γαλάζιο ουρανό άντρας-πουλί
που στα ύψη πετούσε

μια νύχτα σε ένα δωμάτιο
όταν ο άντρας-πουλί αποκοιμήθηκε
τον ζωγράφισε με χρώματα ανεξίτηλα
με δάχτυλα πυρετώδη και λαίμαργα
η ζωή του ωραία σαν πίνακας να γίνει
μα εκείνος από ύπνο βαθύ σαν ξύπνησε
το γαλάζιο του πουκάμισο φόρεσε
το παράθυρο διάπλατα άνοιξε
και ελεύθερος πέταξε έξω...
Ύμνος του μεγάλου Νόστου # Άγγελος Σικελιανός
Ύμνος του μεγάλου Νόστου # Άγγελος Σικελιανός
Νυχτιές
αφέγγαρες ― κρυφέ της μοίρας μου αρραβώνα·
πιο σκοτεινά βουνά,
που πρωτοδιάβαινα βουβός τ' αμπέλια, ώσμε το γόνα
κι ως το λαιμό τρανά·
που πρωτοδιάβαινα βουβός τ' αμπέλια, ώσμε το γόνα
κι ως το λαιμό τρανά·
που
διάβαινα, όλο διάβαινα, σαν η σιγή είχε πέσει
στα ξύλα του δρυμού,
ωσάν αλάφι θεόρατο που κολυμπάει στη μέση
μεγάλου ποταμού...
στα ξύλα του δρυμού,
ωσάν αλάφι θεόρατο που κολυμπάει στη μέση
μεγάλου ποταμού...
Α, ποιό
παλμόν ακοίμητο τα φρένα μου εσηκώνα
στα τρίσβαθα του νου,
με τη βουβή τους μίμηση μπρος στην βουβήν εικόνα
του κάταστρου ουρανού!
στα τρίσβαθα του νου,
με τη βουβή τους μίμηση μπρος στην βουβήν εικόνα
του κάταστρου ουρανού!
Όλυμπος
πια χειροπιαστός τριγύρα μου είχε ανθίσει,
και, λάτρα σιωπηλή,
σ’ όλα τα μέλη μου άστραφτε το μυστικό μεθύσι
μια κρύφια ανατολή...
και, λάτρα σιωπηλή,
σ’ όλα τα μέλη μου άστραφτε το μυστικό μεθύσι
μια κρύφια ανατολή...
Άγρυπνη
βίγλα εκράταγε, πολύ ψηλά αναμμένη,
του πόθου η μαντική
φωτιά, και γύρα μία γενιά θεών συμμαζεμένη
με κοίταε σκεφτική...
του πόθου η μαντική
φωτιά, και γύρα μία γενιά θεών συμμαζεμένη
με κοίταε σκεφτική...
Σαν άλικη
η πανσέληνο στα κορφοβούνια απάνω
προβαίνει αργή, τρανή,
στο πορφυρόν εικόνισμα του πόθου μου το πλάνο
βαφόνταν οι ουρανοί.
προβαίνει αργή, τρανή,
στο πορφυρόν εικόνισμα του πόθου μου το πλάνο
βαφόνταν οι ουρανοί.
Και πίσω
από τ' απάντεχον, αθλητικό όργιό του,
που νίκαε τον καιρό,
σαν ιερέας σιωπηλά που σέρνει το σφάγιό του,
κι ως πρώτος στο χορό
που νίκαε τον καιρό,
σαν ιερέας σιωπηλά που σέρνει το σφάγιό του,
κι ως πρώτος στο χορό
που από
ξοπίσω του τραβάει πολλούς ― παρόμοια, ακέρια
σα να ‘σερνα φυλή,
απ' τους πρωτόφαντους θεούς κι από τα πρώτα αστέρια
τηρώντας εντολή,
σα να ‘σερνα φυλή,
απ' τους πρωτόφαντους θεούς κι από τα πρώτα αστέρια
τηρώντας εντολή,
στο
στρώμα που φουντώνανε της γης τα ολύμπια μύρα
πως έσερνα με ορμή
μες στα σκοτάδια, ως ο τυφλός π’ αδράζεται απ' τη λύρα,
το ερωτικό κορμί!...
πως έσερνα με ορμή
μες στα σκοτάδια, ως ο τυφλός π’ αδράζεται απ' τη λύρα,
το ερωτικό κορμί!...
Νυχτιές
αφέγγαρες, θερμό που με γεμίσατε αίμα,
και πλούσιο, μαντικό
το πνέμα μου στεριώσατε ― αλύγιστο ένα ρέμα,
βαθύ, πολεμικό ―
και πλούσιο, μαντικό
το πνέμα μου στεριώσατε ― αλύγιστο ένα ρέμα,
βαθύ, πολεμικό ―
και στην
ψυχή μου θρέψατε τους στοχασμούς, ως θρέφει
σε θεία κληματαριά
η αδρή απονύχτερη δροσιά τσαμπιά τρανά σα βρέφη,
πανώρια και βαριά!
σε θεία κληματαριά
η αδρή απονύχτερη δροσιά τσαμπιά τρανά σα βρέφη,
πανώρια και βαριά!
K
εσύ, παλμέ, που ακοίμητο τα φρένα μου εσηκώνα
στα τρίσβαθα του νου,
κ εσύ πυρρή π’ ανέμιζα της πιθυμιάς μου εικόνα
στην όψη τ' ουρανού·
στα τρίσβαθα του νου,
κ εσύ πυρρή π’ ανέμιζα της πιθυμιάς μου εικόνα
στην όψη τ' ουρανού·
του
Ολύμπου πια, σάμπως ληνό στα πόδια μου, το τέρας
πατώ το μυστικό.
Όλος συρμένος ο Έρωτας στις φρένες μου, ως το δέρας
το μάγο στην Ιωλκό!
πατώ το μυστικό.
Όλος συρμένος ο Έρωτας στις φρένες μου, ως το δέρας
το μάγο στην Ιωλκό!
Κυλά
φωτιές ο Ωρίωνας· κι ο Δίας είν’ ένας θρόνος·
κ’ η Πούλια είναι φωλιά·
μα ο μυστικός Διθύραμβος, που πια δε ‘γγίζει ο Χρόνος,
του νου μου η αγκαλιά!
κ’ η Πούλια είναι φωλιά·
μα ο μυστικός Διθύραμβος, που πια δε ‘γγίζει ο Χρόνος,
του νου μου η αγκαλιά!
Να·
πυρωμένη μου η καρδιά, το μέτωπο, το μάτι
ελεύτερο, ουρανέ!
Πήγασος είν’ ασπέδιστος του λογισμού μου το άτι,
οι δρόμοι μου ένα Ναι,
ελεύτερο, ουρανέ!
Πήγασος είν’ ασπέδιστος του λογισμού μου το άτι,
οι δρόμοι μου ένα Ναι,
την
άβυσσο άβυσσο καλεί, το βάθος κι άλλο βάθος,
κι αδάμαστο, αλαφρό,
μέσα μου πλέον αμόνοιαστον εστοίχειωσε το πάθος
που εσκίρτα στον αφρό...
κι αδάμαστο, αλαφρό,
μέσα μου πλέον αμόνοιαστον εστοίχειωσε το πάθος
που εσκίρτα στον αφρό...
Του
Ολύμπου πια, σάμπως ληνό στα πόδια μου, το τέρας
θωρώ το μυστικό.
Όλος εσύρθη ο Έρωτας στις φρένες μου, ως το δέρας
το μάγο στην Ιωλκό.
θωρώ το μυστικό.
Όλος εσύρθη ο Έρωτας στις φρένες μου, ως το δέρας
το μάγο στην Ιωλκό.
Υμέναιο
νέο στα βάθη τους λογιάζω τώρα θα βρω,
σαν ήπια μονομιά
της νύχτας όλο το κρασί το μυστικό και μαύρο
για μιαν επιθυμιά·
σαν ήπια μονομιά
της νύχτας όλο το κρασί το μυστικό και μαύρο
για μιαν επιθυμιά·
κι
ολ’ η φωτιά των ουρανών μου κύκλωσε, μου κρύβει
το πνέμα μου βουβό,
τι πια με κράζει αμείλιχτη του νου μου η πάνοπλη ήβη
προς τ’ άστρα ν’ ανεβώ!
το πνέμα μου βουβό,
τι πια με κράζει αμείλιχτη του νου μου η πάνοπλη ήβη
προς τ’ άστρα ν’ ανεβώ!
Κυλά
φωτιές ο Ωρίωνας· κι ο Δίας ειν’ ένας θρόνος·
κ η Πούλια είναι φωλιά·
μα ο μυστικός Διθύραμβος, που πια δε ‘γγίζει ο Χρόνος,
η πλέρια μου αγκαλιά!
κ η Πούλια είναι φωλιά·
μα ο μυστικός Διθύραμβος, που πια δε ‘γγίζει ο Χρόνος,
η πλέρια μου αγκαλιά!
Των
άστρων έχει απάνω μου το περιβόλι γείρει,
κι ο κρύφιος λογισμός,
σάμπως μελίσσι χνουδωτό βαμμένον από γύρη,
ξεσπά βαθιά μου εσμός...
κι ο κρύφιος λογισμός,
σάμπως μελίσσι χνουδωτό βαμμένον από γύρη,
ξεσπά βαθιά μου εσμός...
Βροχή
πεφτάστρια γύρα μου κι αδιάκοπα σταλάζει
το απέραντο γοργά·
κι όπως χορεύει πέφτοντας στο χώμα το χαλάζι
κι ο ουρανός οργά,
το απέραντο γοργά·
κι όπως χορεύει πέφτοντας στο χώμα το χαλάζι
κι ο ουρανός οργά,
σαν
απ' της λύρας τις χορδές ανάμεσα το χέρι
φαντάζει που χτυπά,
όμοια η καρδιά μου ολάκερη μέσα σε κάθε αστέρι
σπαράζει κι αγαπά!
φαντάζει που χτυπά,
όμοια η καρδιά μου ολάκερη μέσα σε κάθε αστέρι
σπαράζει κι αγαπά!
Όργιο
βαθύ! Στον παγκόσμιο παλμό σου, μες στο νέο
που γνώρισα κορμί,
στης δύναμής σου την πηγή κατάβαθα αναπνέω
μ' ανήκουστην ορμή,
που γνώρισα κορμί,
στης δύναμής σου την πηγή κατάβαθα αναπνέω
μ' ανήκουστην ορμή,
κι ως
κατεβαίνει αγνάντια μου, χωρίς να το γυρεύω,
τα βάθη τ' ουρανού
ο αρματωμένος Έρωτας, σκιρτώ κι αντιχορεύω
με τ' άρματα του νου!
τα βάθη τ' ουρανού
ο αρματωμένος Έρωτας, σκιρτώ κι αντιχορεύω
με τ' άρματα του νου!
Γιατί το
ξέρω· πιο βαθιά κι απ' τον πηχτόν αστρόφως,
κρυμμένος σαν αετός,
με περιμένει, εκεί που πια ο θείος αρχίζει ζόφος,
ο πρώτος μου εαυτός...
κρυμμένος σαν αετός,
με περιμένει, εκεί που πια ο θείος αρχίζει ζόφος,
ο πρώτος μου εαυτός...
(Άγγελλος Σικελιάνός, Λυρικός βίος Β΄, Εκδόσεις Ίκαρος, 1966)
Δευτέρα 1 Απριλίου 2013
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




