Ποια είναι τα «φτερά του έρωτα»; Τα διαφορετικά του πρόσωπα; Πώς είναι δυνατό να χωράει όλες αυτές τις εκρηκτικές δυνάμεις που δοκιμάζουν τα όρια μας, την αγάπη, το πάθος, τη ζήλια; Πόσο τυφλός, ωμός, κεραυνοβόλος, παράλογος, υπερβατικός μπορεί να γίνει ή πόσο σοφός, ώριμος, λογικός, υποταγμένος σε «προδιαγραφές» και σχηματοποιήσεις;
Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014
Στο συρτάρι
Στο συρτάρι
Σε μια γωνιά της νύχτας κορμί διπλωμένο
στα δυο, στα τέσσερα, στα οχτώ.
Στοιβαγμένο στο συρτάρι του χρόνου
μαζί με τα άλλα προικώα της γιαγιάς.
Ελαφρώς γερμένη η θλίψη
με φόντο το ανατολίτικο ταπί.
Θυμάμαι τα φιλντισένια δάχτυλα
ξαράχνιαζαν την οικογενειακή ευτυχία.
Κραυγαλέα ευτυχία.
Με άλλα λόγια Σιωπηλή δυστυχία.
Κι έγερνα εγώ.. κοιτώντας τις σιωπές.
Κι όλο σε ρωτούσα
Γιατί δε μ’ ακούς;
Γιατί;
Όλα ήταν τόσο γνώριμα.
Οι νεκροί στοιβαγμένοι.
Ασφαλείς στα καδράκια τους
πάνω στη φτηνή σερβάντα.
Θυμάμαι τα παιδικά στόματα
με τα σκαλωμένα στις άκρες χαμόγελα.
Τις καραμέλες υγείας του παππού
και τα τρεμάμενα χέρια.
Λίγος καπνός ξεφεύγει από τα χείλη.
Προσπαθώ να πάρω ανάσα.
Καταπίνω μια μια τις λέξεις
Να μη ξαναρωτήσω
Γιατί δε μ’ ακούς;
Γιατί;
Το ύφασμα στον καθρέφτη που τόση ώρα κάνω πως δε βλέπω;
Γι’ αυτό δεν ακούς τις σιωπηλές κραυγές μου… Έφυγες και δεν υπάρχω.
-mips-
Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014
~ * ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ * ~
~ * ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ * ~
Όλοι
θεωρώ πως γνωρίζουμε το μύθο του Έρωτα και της Ψυχής .Πόσοι αλήθεια
ύμνοι και τραγούδια δεν έχουν γραφτεί , εξιστορώντας το μεγαλείο τους ???
Και ο κάθε ένας ποιητής ,υμνογράφος ,έβγαζε από μέσα του το δικό του βίωμα , καημό ή πόνο…. και μετά ερχόταν η ώρα της μελοποίησης, η ώρα εκείνη όπου οι λέξεις έπρεπε να πάρουν πνοή, δροσιά , και εκείνη την όμορφη αύρα για να βγει το τελικό αποτέλεσμα….. το οποίο θα σου έδειχνε ακριβώς πως ένοιωθε ο κάθε ένας τους .
Κόρη
ενός βασιλιά , λοιπόν η Ψυχή ,ήταν τόσο όμορφη ώστε οι άνθρωποι άρχισαν
να τη θαυμάζουν και να τη λατρεύουν. Ξεχνώντας έτσι τη Θεά και τις
προσφορές στα Ιερά της .Έτσι η Αφροδίτη ζήτησε από το γιό της να
τιμωρήσει εκείνη τη θνητή ,κάνοντας τη να ερωτευθεί τον πιο άσχημο άντρα
στον κόσμο.
Ο
έρωτας πήγε στην κάμαρα της Ψυχής κι εκτός από τα θανάσιμα βέλη του,
είχε μαζί του και δύο κεχριμπαρένια δοχεία – το ένα με το πικρό νερό της
λύπης και το άλλο με το γλυκό νερό της χαράς. Η Ψυχή κοιμόταν κι
εκείνος έσταξε στα χείλη της μερικές σταγόνες πικρό νερό – όμως, η
ομορφιά της άρχισε να τον αιχμαλωτίζει. Ίσα που την άγγιξε με την άκρη
του βέλους του ,εκείνη ξύπνησε ,δεν μπορούσε να τον δει, όμως εκείνος
είδε τα μάτια της και μαγεμένος από εκείνο το βλέμμα έστρεψε κατά λάθος
το ίδιο του το βέλος στον εαυτό του. Έχοντας πέσει θύμα της δύναμής του,
ο Έρωτας ράντισε με το γλυκό νερό τα μαλλιά της Ψυχής, θέλοντας να
επανορθώσει το κακό που της είχε κάνει.
Καθώς
περνούσε ο καιρός, η Ψυχή εξακολουθούσε να προκαλεί το θαυμασμό και τη
λατρεία των ανθρώπων. Όμως, κανείς δεν την ερωτεύτηκε, κανείς δεν ζήτησε
να την παντρευτεί. Απελπισμένοι οι γονείς της πήγανε στο Μαντείο των
Δελφών και ο Απόλλωνας, δασκαλεμένος από τον Έρωτα, έδωσε τον τρομερό
χρησμό του: «η Ψυχή δεν προορίζεται για γυναίκα κανενός θνητού ο άντρας
της την περιμένει στην κορυφή ενός βουνού, και είναι ένα αποκρουστικό
τέρας, που κανείς, ούτε θνητός ούτε αθάνατος, δεν μπορεί να του
αντισταθεί».
Ο χρησμός προκάλεσε θλίψη, όμως ποιος θα μπορούσε να αγνοήσει τα λόγια του θεού; Ο γάμος ετοιμάστηκε μέσα σε ατμόσφαιρα πένθιμη,
όλος ο λαός συνόδεψε με θρήνους τη νύφη στην κορυφή του βουνού και την
άφησε εκεί μόνη της. Κι ενώ εκείνη περίμενε κλαίγοντας την εκπλήρωση του
χρησμού, ο Ζέφυρος τη σήκωσε απαλά από τη γη και την έφερε σε μια
ανθισμένη κοιλάδα. Η κόρη αποκοιμήθηκε αποκαμωμένη κι όταν ξύπνησε,
περπάτησε τριγύρω και είδε μπροστά της ένα λαμπρό παλάτι, που φαινόταν
πως δεν το είχαν φτιάξει χέρια θνητού. Γοητευμένη, μπήκε στις εξαίσιες
αίθουσες κι άκουσε μια φωνή να της λέει πως ότι έβλεπε ήταν δικό της και
πως αυτό θα ήταν το σπίτι της από δω και πέρα……..
Αργά
τη νύχτα, έφτασε και ο κύριος του παλατιού, η Ψυχή δεν μπορούσε να τον
δει, όμως, καθώς έγειρε δίπλα της κι άρχισε να της μιλάει τρυφερά, όλοι
της οι φόβοι εξαφανίστηκαν, ήξερε πως ο άντρας της δεν μπορεί να ήταν
ένα αποκρουστικό τέρας, αλλά εκείνος που χρόνια περίμενε και
ονειρευόταν.
Δεν
πέρασε καιρός και η Ψυχή άρχισε να νιώθει νοσταλγία για την οικογένειά
της. Ζήτησε, λοιπόν, από τον άντρα της να της επιτρέψει να δεχτεί τις
δυο της αδελφές και να τους δείξει πόσο ευτυχισμένα ζούσε. Εκείνος
προσπάθησε να την αποτρέψει, προειδοποιώντας την για τις συμφορές που θα
ακολουθούσαν. Όμως δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί για πολύ στα δάκρυα και
στις ικεσίες της και τελικά υπέκυψε, αφού προηγουμένως την έβαλε να του
υποσχεθεί πως, ό,τι κι αν γινόταν, δεν θα επιχειρούσε ποτέ να τον δει.
Έτσι, την άλλη μέρα, ο Ζέφυρος μετέφερε στο παλάτι τις δύο αδελφές της
Ψυχής. Η αρχική τους χαρά για την ευτυχία της δεν άργησε να μετατραπεί
σε ζήλια· κι όταν την κατάφεραν να τους πει ότι δεν είχε δει ποτέ τον
άντρα της, βρήκαν τον τρόπο να καταστρέψουν αυτήν την ευτυχία. Της
υπενθύμισαν τον χρησμό και την έπεισαν ότι το αποκρουστικό τέρας που
μοιραζόταν τις νύχτες το κρεβάτι της δεν θ’ αργούσε να την σκοτώσει:
«Καλύτερα, λοιπόν, να τον σκοτώσεις πρώτη εσύ ,πάρε αυτό το μαχαίρι, και
όταν αποκοιμηθεί, κάρφωσέ το στην καρδιά του».
Έφυγαν,
αφήνοντάς την να παλεύει με τους αναγεννημένους φόβους της και με την
αίσθηση ότι δεν μπορεί να ήταν αληθινά τα λόγια τους. Ξεχνώντας τις
προειδοποιήσεις του και τις υποσχέσεις της, τον περίμενε ν’ αποκοιμηθεί
κι ύστερα πήρε ένα λυχνάρι και το μαχαίρι και
έσκυψε
από πάνω του, αποφασισμένη να τον σκοτώσει, αν η μορφή του ήταν
τερατώδης. Αλλά, αντί για το αποκρουστικό τέρας, είδε τον ομορφότερο από
τους θεούς· το μαχαίρι της έπεσε από τα χέρια και καθώς έγειρε για να
τον δει καλύτερα, μια σταγόνα καυτό λάδι από το λυχνάρι έπεσε στον ώμο
του. Άνοιξε τα μάτια του, την κοίταξε και χωρίς να πει λέξη πέταξε έξω
από το παράθυρο. Εκείνη προσπάθησε να τον ακολουθήσει, αλλά έπεσε στο
χώμα – εκεί πεσμένη τον άκουσε να της λέει «Έτσι λοιπόν ανταποδίδεις την
αγάπη μου; Πήγαινε στις αδελφές σου, αφού προτίμησες τις συμβουλές τους
από μένα. Η μοναδική σου τιμωρία είναι ότι ποτέ πια δεν θα με ξαναδείς:
η αγάπη δεν μπορεί να ζήσει με την καχυποψία». Κι έφυγε.
Κανένας
θρήνος, κανένας λόγος μετάνοιας, καμιά ικεσία δεν μπόρεσαν να τον
λυγίσουν. Το παλάτι και η ανθισμένη κοιλάδα εξαφανίστηκαν σαν μην είχαν
ποτέ υπάρξει και η Ψυχή απόμεινε μόνη της σ’ έναν ερημωμένο τόπο.
Τον
είχε προδώσει. Τα είχε χάσει όλα. Έπρεπε να τιμωρηθεί, αλλά όχι έτσι,
όχι με μια ζωή χωρίς τον Έρωτα. Αποφάσισε να γυρίσει όλον τον κόσμο,
αναζητώντας τον. Περπατούσε μέρες και νύχτες, χωρίς τροφή και νερό, τα
ρούχα της κουρελιάστηκαν, το σώμα της γέμισε πληγές· αλλά δεν την
ένοιαζε – ήθελε μόνο να τον βρει, να του ζητήσει να τη συγχωρέσει, κι αν
εκείνος δεν μπορούσε, να της χάριζε τουλάχιστον τον θάνατο. Κάποτε
έφτασε σ’ έναν ναό και σκέφτηκε ότι ίσως εκεί να έβρισκε τον αγαπημένο
της. Ο ναός ήταν αφιερωμένος στη θεά Δήμητρα, που συγκινήθηκε από τις
προσευχές της δύστυχης κοπέλας και τη συμβούλεψε να πάει στην Αφροδίτη,
να υποταχτεί στο θέλημά της και να της ζητήσει συγχώρεση.
Γεμάτη
αμφιβολίες για το αν θα μπορούσε να εξευμενίσει την τρομερή θεά, η Ψυχή
ακολούθησε τη συμβουλή. Η Αφροδίτη τη δέχτηκε αλλά η όψη της δεν
προμήνυε τίποτα καλό. Της μίλησε με περιφρόνηση και της είπε πως αν
θέλει να κερδίσει τον Έρωτα, θα πρέπει να περάσει αρκετές δοκιμασίες.
Ύστερα την οδήγησε στον αποθήκη, της έδειξε ένα τεράστιο σωρό από
μικρούς σπόρους και τη διέταξε να τους έχει ξεχωρίσει μέχρι το βράδυ.
Όταν έμεινε μόνη, η Ψυχή άρχισε να θρηνεί με τέτοια απόγνωση, ώστε τα
μυρμήγκια τη λυπήθηκαν και μαζεύτηκαν κατά εκατοντάδες γύρω από τους
σπόρους· πριν βραδιάσει, η διαταγή της Αφροδίτης είχε εκτελεστεί.
Η
δεύτερη δοκιμασία δεν ήταν λιγότερο δύσκολη. Η θεά έδειξε στην Ψυχή τις
όχθες ενός ποταμού όπου έβοσκαν χρυσόμαλλα πρόβατα και διέταξε να της
φέρει λίγο από το πολύτιμο μαλλί τους. Καθώς η κοπέλα πλησίαζε στον
ποταμό, άκουσε τα καλάμια να της ψιθυρίζουν πως, αν περίμενε να έρθουν
τα πρόβατα να πιουν νερό, θα μπορούσε έπειτα να μαζέψει το μαλλί που θ’
απέμενε στα κλαδιά των γύρω θάμνων.
Αλλά
το χρυσό μαλλί δεν ήταν αρκετό για να κατευνάσει τη μανία της
Αφροδίτης. Έδωσε, λοιπόν, στην Ψυχή ένα άδειο κουτί και τη διέταξε να
πάει στον Άδη, να παρουσιαστεί στην Περσεφόνη και να της πει: «Η κυρά
μου, η Αφροδίτη, σε παρακαλεί να της στείλεις λίγη από την ομορφιά σου,
επειδή φροντίζοντας τον πληγωμένο γιο της έχασε ένα μέρος από τη δική
της».
Σίγουρη
πια για τη μοίρα της, η Ψυχή κίνησε για τον κόσμο του Ερέβους. Και
πάλι, μια φωνή την καθοδήγησε πώς θα βρει το δρόμο για το βασίλειο του
Πλούτωνα, πώς θα αποφύγει τους κινδύνους και πώς θα περάσει με ασφάλεια
από τον Κέρβερο· και τη συμβούλεψε να μην ανοίξει για κανένα λόγο το
κουτί που θα της έδινε η Περσεφόνη.
Η
αρχόντισσα του Κάτω Κόσμου δεν αρνήθηκε το αίτημα της Αφροδίτης, κι
έτσι η Ψυχή ολοκλήρωσε κι αυτή τη δοκιμασία. Αλλά, καθώς επέστρεφε,
ξέχασε την τελευταία συμβουλή και άνοιξε το κουτί, με σκοπό να πάρει
λίγη από την ομορφιά της θεάς, ώστε να μην εμφανιστεί άσχημη μπροστά τον
αγαπημένο της Έρωτα.
Το
κουτί ήταν άδειο – ή τουλάχιστον η Ψυχή δεν είδε τίποτα· όμως, σχεδόν
αμέσως έπεσε στα μισά του δρόμου, βυθισμένη σ’ έναν περίεργο ύπνο –
επειδή, η Περσεφόνη είχε βάλει μέσα στο κουτί τον Ύπνο της Στυγός.
Όλον
αυτόν τον καιρό, ο Έρωτας ήταν σχεδόν φυλακισμένος στο παλάτι της
μητέρας του, μέχρι να επουλωθεί πληγή του. Τη στιγμή που η Ψυχή υπέκυπτε
στην περιέργειά της, εκείνος είχε πια ανακτήσει τις δυνάμεις του,
βρίσκοντας ένα παράθυρο που είχε ξεχαστεί μισάνοιχτο, πέταξε έξω για να
βρει την αγαπημένη του, αφού του ήταν αδύνατο να παρατείνει άλλο την
τιμωρία της. Την είδε πεσμένη στο χώμα και την άγγιξε με την άκρη του
αργυρού του βέλους: «Για άλλη μια φορά σε νίκησε η περιέργειά σου» της
είπε , «ωστόσο, κάνε την παραγγελία της μητέρας μου και θα φροντίσω εγώ
για τα υπόλοιπα».
Πράγματι,
η Ψυχή παρέδωσε το κουτί στην Αφροδίτη, ενώ ο Έρωτας παρουσιάστηκε στον
Δία και ζήτησε τη μεσολάβησή του. Σε λίγο, ο Ερμής έφερε την Ψυχή στον
Όλυμπο, ενώπιον των θεών, και της προσέφερε ένα ποτήρι αμβροσία,
λέγοντας: «Πιες το, Ψυχή, και θα γίνεις αθάνατη, ο Έρωτας ποτέ δεν θα
ξεφύγει από αυτόν τον δεσμό, και οι γάμοι σας θα είναι αιώνιοι».
Κι έτσι, μετά από λάθη και δοκιμασίες, η Ψυχή ενώθηκε για πάντα με τον Έρωτα, κερδίζοντας το δώρο της αθανασίας.
Έρως και Ψυχή λοιπόν…. Δύο έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους τόσο…..
που μόνο ο άνθρωπος κατάφερε να τις χωρίσει……. Ότι δεν κατάφεραν οι
Θεοί….. το κατάφερε ο άνθρωπος με τον υπερφίαλο εγωισμό του !…
Πόσο μακρύ και κουραστικό είναι το ταξίδι σου Ψυχή …
και πόσο αντέχεις ακόμα !!!!!!
Αν ανασάνεις έρωτα
Αν ανασάνεις έρωτα
Αν ανασάνεις έρωτα
Στα χείλη μου επάνω
Καυτό φιλί σου να γευτώ
Κ ύστερα ας πεθάνω
Στα χείλη μου επάνω
Καυτό φιλί σου να γευτώ
Κ ύστερα ας πεθάνω
Φιλί στα χείλη στο λαιμό
Στο στήθος σου ταξίδι
Στην αγκαλιά σου στο κορμί
Ώσπου να 'ρθει το δείλι
Στο πρώτο αστέρι ουρανέ
Τα δυο σου χείλη θα 'ναι
Μοιάζουν φεγγάρι φωτεινό
στην ηδονή μιλάνε
Θ 'ανοίξουν σαν τριαντάφυλλο
Στης νύχτας μαύρο φόντο
Τα δυο μου χείλη να δεχτούν
Φιλί τους πόντο πόντο
Αν στη ματιά σου έρωτα
Κρεμάσεις την αγάπη
Θα μου βαπτίσεις στη χαρά
Το διαμαντένιο δάκρυ
Στο στήθος σου ταξίδι
Στην αγκαλιά σου στο κορμί
Ώσπου να 'ρθει το δείλι
Στο πρώτο αστέρι ουρανέ
Τα δυο σου χείλη θα 'ναι
Μοιάζουν φεγγάρι φωτεινό
στην ηδονή μιλάνε
Θ 'ανοίξουν σαν τριαντάφυλλο
Στης νύχτας μαύρο φόντο
Τα δυο μου χείλη να δεχτούν
Φιλί τους πόντο πόντο
Αν στη ματιά σου έρωτα
Κρεμάσεις την αγάπη
Θα μου βαπτίσεις στη χαρά
Το διαμαντένιο δάκρυ
Γερμένο πίσω το κορμί
Ποτάμια τα μαλλιά σου Μοιάζουν με ήλιο το πρωί
Ποτάμια τα μαλλιά σου Μοιάζουν με ήλιο το πρωί
Εκεί στην αγκαλιά σου
Και η σάρκα σου στα κύματα
Του λίβα της φωτιάς μου
Καλπάζει άτι ολόλευκο
Στους δρόμους της καρδιάς μου
Ανθίσανε του έρωτα
Τα ρόδα στη θωριά σου
Ευωδιάσανε έρωτα
Τα χείλη στο νοτιά σου
Χάνομαι μέσα τους κι εγώ
Και η σάρκα σου στα κύματα
Του λίβα της φωτιάς μου
Καλπάζει άτι ολόλευκο
Στους δρόμους της καρδιάς μου
Ανθίσανε του έρωτα
Τα ρόδα στη θωριά σου
Ευωδιάσανε έρωτα
Τα χείλη στο νοτιά σου
Χάνομαι μέσα τους κι εγώ
Εκεί στ' απόκρυφα σου
Της Αφροδίτης δούλος σου
Φλόγα μες τη φωτιά σου
Στης λόγχης τ άγριο χτύπημα
Σκίρτησε το φεγγάρι
Γέμισε αστέρια ο ουρανός
Στου έρωτα το χάδι
Γλυκιά πληγή αστέρι μου
Ψυχή μου στην ψυχή σου
Το χέρι σου στο χέρι μου
Εικόνες παραδείσου
Κι όταν κοπάσει ο άνεμος
Και η σάρκα μας μερέψει
Αντάμα στα γυμνά κορμιά
Η μέρα θε να φέξει
Της Αφροδίτης δούλος σου
Φλόγα μες τη φωτιά σου
Στης λόγχης τ άγριο χτύπημα
Σκίρτησε το φεγγάρι
Γέμισε αστέρια ο ουρανός
Στου έρωτα το χάδι
Γλυκιά πληγή αστέρι μου
Ψυχή μου στην ψυχή σου
Το χέρι σου στο χέρι μου
Εικόνες παραδείσου
Κι όταν κοπάσει ο άνεμος
Και η σάρκα μας μερέψει
Αντάμα στα γυμνά κορμιά
Η μέρα θε να φέξει
Έρως και Ψυχή
Έρως και Ψυχή

Σάρκινος λόγος
Τι όμορφη που είσαι. Με τρομάζει η ομορφιά σου. Σε πεινάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι: Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σ’ εμένα.
Καλυμμένη απ’ τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών με σκοτεινό διάφανο πέπλο
διάστικτο απ’ τους ασημένιους στεναγμούς εαρινών φεγγαριών.
Οι πόροι σου εκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ιμερόεντα.
Αρθρώνονται απόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιές εκρήξεις από τη πράξη του έρωτα.
Το πέπλο σου ογκώνεται, λάμπει πάνω απ’ τη νυχτωμένη πόλη με τα ημίφωτα μπαρ,
τα ναυτικά οινομαγειρεία.
Πράσινοι προβολείς φωτίζουνε το διανυκτερεύον φαρμακείο.
Μια γυάλινη σφαίρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία της υδρογείου.
Ο μεθυσμένος τρεκλίζει σε μία τρικυμία φυσημένη απ’ την αναπνοή του σώματός σου.
Μη φεύγεις. Μη φεύγεις. Τόσο υλική, τόσο άπιαστη.
Ένας πέτρινος ταύρος πηδάει απ’ το αέτωμα στα ξερά χόρτα.
Μια γυμνή γυναίκα ανεβαίνει τη ξύλινη σκάλα κρατώντας μια λεκάνη με ζεστό νερό.
Ο ατμός της κρύβει το πρόσωπο.
Ψηλά στον αέρα ένα ανιχνευτικό ελικόπτερο βομβίζει σε αόριστα σημεία.
Φυλάξου. Εσένα ζητούν. Κρύψου βαθύτερα στα χέρια μου.
Τo τρίχωμα της κόκκινης κουβέρτας που μας σκέπει, διαρκώς μεγαλώνει.
Γίνεται μία έγκυος αρκούδα η κουβέρτα.
Κάτω απ’ τη κόκκινη αρκούδα ερωτευόμαστε απέραντα,
πέρα απ’ το χρόνο κι απ’ το θάνατο πέρα, σε μια μοναχική παγκόσμιαν ένωση.
Τι όμορφη που είσαι. Η ομορφιά σου με τρομάζει.
Και σε πεινάω. Και σε διψάω. Και σου δέομαι: Κρύψου.
-Γιάννης Ρίτσος-

Σε περιμένω παντού
Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να ‘χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.
Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.
Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα ,
θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα,
σα δυο νύχτες έρωτα, μες στον εμφύλιο πόλεμο.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω, πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα, γιατί σ’ αγαπώ.
Κλείσε το σπίτι. Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί και προχώρα. Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οκτώ, εκεί που κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων.
Σ’ όποιο μέρος της γης, σ’ όποια ώρα,
εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι για ένα καινούργιο κόσμο… εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου!
-Τάσος Λειβαδίτης-
Αγαπάω Κι Αδιαφορώ
Αγαπάω Κι Αδιαφορώ
Στίχοι: Νικόλας Άσιμος
Μουσική: Νικόλας Άσιμος
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Αγαπάω κι αδιαφορώ
και κρατάω τον κατάλληλο χορό
το λοιπόν θα αγαπάω και μένα
όπως εσένα
Μην παρανοείς τα λόγια που 'χω πει
είναι η πιο απλή του κόσμου συνταγή
νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς
είν' πανάκριβο σ' το λέω ν' αγαπάς
Κοίτα με στα μάτια με υπομονή
διώξε του άλλου κόσμου την επιρροή
νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς
είν' πανάκριβο σ' το λέω ν' αγαπάς
Αγαπάω κι αδιαφορώ
και μαζί σου το 'χω μάθει και αυτό
παραδόξως ν' αγαπάω και μένα
όπως εσένα
Την εικόνα αυτού του κόσμου δεν μπορώ
ούτε μέσα στη σκιά του θα χαθώ
μάγεψαν και σένανε τα ξωτικά
κάνεις πάλι κύκλους σ' άλλη αγκαλιά
Και μη μας τρομάζουν φως μου οι πληγές
στις χρυσές στιγμές μας πλάι και αυτές
νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς
είν' πανάκριβο στο λέω ν' αγαπάς
Αγαπάω κι αδιαφορώ
κι έχω φτιάξει έναν καινούργιο εαυτό
τώρα πια με αγαπάω και μένα
όπως εσένα
Β.Παπακωνσταντίνου - Αγαπάω Κι Αδιαφορώ
Μουσική: Νικόλας Άσιμος
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Αγαπάω κι αδιαφορώ
και κρατάω τον κατάλληλο χορό
το λοιπόν θα αγαπάω και μένα
όπως εσένα
Μην παρανοείς τα λόγια που 'χω πει
είναι η πιο απλή του κόσμου συνταγή
νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς
είν' πανάκριβο σ' το λέω ν' αγαπάς
Κοίτα με στα μάτια με υπομονή
διώξε του άλλου κόσμου την επιρροή
νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς
είν' πανάκριβο σ' το λέω ν' αγαπάς
Αγαπάω κι αδιαφορώ
και μαζί σου το 'χω μάθει και αυτό
παραδόξως ν' αγαπάω και μένα
όπως εσένα
Την εικόνα αυτού του κόσμου δεν μπορώ
ούτε μέσα στη σκιά του θα χαθώ
μάγεψαν και σένανε τα ξωτικά
κάνεις πάλι κύκλους σ' άλλη αγκαλιά
Και μη μας τρομάζουν φως μου οι πληγές
στις χρυσές στιγμές μας πλάι και αυτές
νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς
είν' πανάκριβο στο λέω ν' αγαπάς
Αγαπάω κι αδιαφορώ
κι έχω φτιάξει έναν καινούργιο εαυτό
τώρα πια με αγαπάω και μένα
όπως εσένα
Β.Παπακωνσταντίνου - Αγαπάω Κι Αδιαφορώ
Ποιο το χρώμα της αγάπης
Ποιο το χρώμα της αγάπης
Στίχοι: Λουδοβίκος των Ανωγείων
Μουσική: Λουδοβίκος των Ανωγείων
Πρώτη εκτέλεση: Λουδοβίκος των Ανωγείων
Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρεί.
Να 'ναι κόκκινο σαν ήλιος
θα καίει σαν φωτιά.
Κίτρινο σαν το φεγγάρι
θα 'χει μοναξιά.
Να 'χει τ' ουρανού το χρώμα
θα 'ναι μακριά.
Να 'ναι μαύρο σαν τη νύχτα
θα ' πονηρή.
Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει.
Να 'ναι άσπρο συννεφάκι
φεύγει και περνά.
Να 'ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.
Να 'ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.
Ποιο το χρώμα της αγάπης - Λουδοβίκος των Ανωγείων
Στίχοι: Λουδοβίκος των Ανωγείων
Μουσική: Λουδοβίκος των Ανωγείων
Πρώτη εκτέλεση: Λουδοβίκος των Ανωγείων
Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρεί.
Να 'ναι κόκκινο σαν ήλιος
θα καίει σαν φωτιά.
Κίτρινο σαν το φεγγάρι
θα 'χει μοναξιά.
Να 'χει τ' ουρανού το χρώμα
θα 'ναι μακριά.
Να 'ναι μαύρο σαν τη νύχτα
θα ' πονηρή.
Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει.
Να 'ναι άσπρο συννεφάκι
φεύγει και περνά.
Να 'ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.
Να 'ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.
Ποιο το χρώμα της αγάπης - Λουδοβίκος των Ανωγείων
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





