Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΚΑΥΚΑΛΟ - Καρυωτάκης

ΤΟ ΚΑΥΚΑΛΟ - Καρυωτάκης



Δημοσιεύτηκε στο "Ο Λόγος" (Κωνσταντινουπόλεως) το Νοέμβριο του 1920. Γράφτηκε πιθανότατα τον Ιούνιο του 1920 όταν ο ποιητής νοσηλευόταν στο ΣΤ' Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών.






Οι άνθρωποι νομίζουνε πως τα ξέρουν όλα. Eτσι κανένας δε θα' θελε να υποθέσει πως ένα καύκαλο μέσα στην οστεοθήκη του είναι κάτι παραπάνω από ό,τι πιστεύεται κοινά. Γι' αυτό δεν έτρεμε καθόλου το χέρι τού παράξενου ποιητή όταν ήρθε μια μέρα να ταράξει τον ύπνο των αιώνων που κοιμόμουν μέσα στο μαύρο μου κασονάκι, όξω από την εκκλησία του νεκροταφείου.


Τις δύο μικρές σπηλιές στη βάση του μετώπου μου - στη ζωή τ' όνομα τους ήταν γλυκό σαν το φως - τις γιόμιζε η νύχτα του ασυνείδητου. Κάποια αράχνη εσάλευε απάνω στο μηλίγγι μου κ' είχε γίνει το όνειρό μου. Ξυπνώντας έξαφνα, ένοιωσα να με σηκώνουν. Σιγουρα θα ήρθε η ώρα του χωνευτηρίου, εσκέφτηκα. Με το δίκιο τους θα κουράστηκαν οι δικοί μου να πληρώνουν τόσα χρόνια τώρα το μισό νοίκι που εξασφάλιζε τη θέση μου στην αυλή της εκκλησίας. Αλλά δεν ήταν αυτό. Μ' ετύλιξαν σε μιαν εφημερίδα, κ' ύστερα από λίγην ώρα εβρέθηκα στο τραπέζι της μελέτης του ποιητή μου, απάνω σ' ένα βιβλίο που έτυχε να' ναι κάτι εύθυμα τραγούδια αγάπης.


Στην αρχή μ' άφησαν ήσυχο να κοιτάζω ό,τι μπορούσε να χωρέσει στο στενό του κύκλο το βλέμμα μου, που δεν ήταν βέβαια βολετό να το διευθύνω όπου ήθελα. Αντίκρυ μου άσπριζε το κρεβάτι. Οι θύμησές μου ολοένα εζωήρευαν με το να το βλέπω. Τώρα θυμόμουν καθαρά ένα κρεβάτι. Δεν ήταν το κρεβάτι της τελευταίας μου αρρώστειας. Γιατί το ξεκουραστικό κρεβάτι του θανάτου δεν το θυμάται ένα καύκαλο σαν εμένα παρά μόνο για να νοσταλγήσει τη ζωή. Θυμόμουν, όμως, καθαρά ένα κρεβάτι. Ύστερα επέρασε θαμπό από τη μνήμη μου κάτι άλλο... Δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τι. Πάει τόσος καιρός από τότε...
Εκοίταζα το ημερολόγιο στον τοίχο για να ιδώ πόσα χρόνια εβάστηξε ο ύπνος μου, όταν ένιωσα από το θόρυβο πως κάποιος εμπήκε στην κάμαρα. Ήταν ένας φίλος του απαγωγέα μου. Ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Ο ποιητής μ' έδειξε λέγοντας: "Να σου συστήσω τον κύριο...", κ' είπε τ' όνομά μου, που το' χε διαβάσει στην οστεοθήκη.Ο άλλος υποκλίθηκε χωρικά, έβγαλε το καπέλο του και μου το φόρεσε. ʼναψε κ' ένα τσιγάρο και το σφήνωσε στα δόντια μου. Ύστερα αρχίσανε να γελάνε. Εγώ τους εκοίταζα σοβαρά, όπως ταιριάζει, σ' όσους έζησαν τη ζωή, να κοιτούνε αυτούς που θα τη ζήσουν. Δε με πείραζε καθόλου ένα τέτοιο φέρσιμο, μόνε συλλογιζόμουνα τι απλοϊκοί που 'ναι οι άνθρωποι να νομίζουνε πως τα ξέρουν όλα και να μη θέλουνε ποτέ να παραδεχτούνε πως ένα καύκαλο μπορεί να 'ναι κάτι παραπάνω από ό,τι πιστεύεται κοινά.


Δυο ολόκληρες ώρες αναγκάστηκα να τους ακούω. Τα λόγια τους θα μου 'φέρναν πικρό το χαμόγελο στα χείλη. Μιλούσανε για τις γυναίκες τους, για τα βιβλία τους, για κάθε τι, σα να μην ήταν το κρανίο ενός ανθρώπου όμοιου μ' αυτούς η μπάλα εκείνη της φρίκης που τη ήξεραν τόσο κόντά τους.
Εφύγανε.


Αργά, μετά τα μεσάνυχτα, εγύρισε μονάχος ο ποιητής. Δεν ξέρω γιατί ένιωσα κάτι σαν ένα αίσθημα υπεροχής να με κυριεύει. Καθώς άναβε η λάμπα, το χέρι του δεν ήταν όμοια σταθερό όπως όταν άνοιγε το μάυρο μου κουτί, στο νεκροταφείο. Το φως, πέφτοντας λοξά απάνω μου, μού 'δωσε μιαν όψη παράξενα ζωντανή. Το κατάλαβα από την έκφραση του φίλου μου αυτό. Με πήρε στα χέρι του. ʼνοιξε το παράθυρο. Θα με πετούσε στο δρόμο, αν δεν εκάρφωνα   πιο μαύρο και πιο βαθύ το βλέμμα μου στο μεταξύ των ματιών του. Μ' άφησε στο πεζούλι του παραθύρου κ' έκλεισε. Όλη τη νύχτα τον άκουγα να στριφογυρίζει στο κρεβάτι. Αν εκοιμήθηκε, θα 'κανε πολύ ταραγμένο ύπνο.


Το πρωί βρέθηκα μέσα στην οστεοθήκη μου. Χωρίς άλλο θα μ' έφερε στη θέση μου ο ίδιος εκείνος τύπος με τα παράξενα γούστα. Τώρα ακουμπώ το σαγόνι μου στοχαστικά στο κόκκαλο του χεριού και σκέφτομαι την περιπέτειά μου. Μου φαίνεται πως βλέπω ακόμα το βιβλίο με τα εύθυμα ερωτικά τραγούδια και το ημερολόγιο με την τραγικά προχωρημένη ημερομηνία. Περσότερο όμως συλλογιέμαι το κρεβάτι. Το κρεβάτι μ' έκαμε να μισοθυμηθώ μια μικρή ιστορία που ενόμιζα πως είχα κατορθώσει να ξεχάσω ολότελα. 

Baudelaire σε μετάφραση Καρυωτάκη

Baudelaire σε μετάφραση Καρυωτάκη


Η κούνια μου ακουμπούσε στη βιβλιοθήκη, βαβήλ σκοτεινό, όπου μυθιστορήματα, επιστήμη, μυθολογία, τα πάντα, η λατινική τέφρα και η ελληνική σκόνη, ανακατεύονταν.  Δεν ήμουν μεγαλύτερος από ένα βιβλίο.
Δύο φωνές μου μιλούσαν. Η πρώτη, ύπουλη και σταθερή, έλεγε: «Η γη είναι ένα ωραίο γλύκισμα ωραίο (και η ευχαρίστηση σου θα είναι τότε χωρίς τέλος!) μπορώ να σου δώσω μία όρεξη παρόμοια μεγάλη.» Και η δεύτερη: «Έλα! Ω, έλα στο ταξίδι των ονείρων, πέρα από το δυνατό, πέρα από το γνωρισμένο!» Και η φωνή αυτή τραγουδούσε όπως ο άνεμος στις ακρογιαλιές, φάντασμα που κλαυθμυρίζει και κανείς δεν ξέρει από πού ήρθε, που χαϊδεύει το αυτί κι όμως το τρομάζει. Σου απάντησα: «Ναι γλυκιά φωνή!»
Από τότε κρατάει αυτό που μπορεί, αλίμονο! Να ειπωθεί πληγή και πεπρωμένο μου. Πίσω από τις σκηνοθεσίες της απέραντου υπάρξεως, στο μελανότερο της αβύσσου, βλέπω καθαρά κόσμους παράξενους, και , θύμα της οξυδέρκειας μου , σέρνω φίδια που μου δαγκώνουν τα πόδια. Κι από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά, καθώς οι προφήτες, την έρημο και τη θάλασσα, γελώ στα πένθη και κλαίω στις γιορτές, βρίσκω μια γεύση γλυκιά στο πιο πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές για ψέματα τις αλήθειες, και, με τα μάτια στον ουρανό, πέφτω σε γκρεμούς.
Αλλά η φωνή με παρηγορεί και λέει: «Κράτησε τα ‘όνειρα σου. Οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!»
CHARLES BAUTLAIRE 

Σε αισθάνομαι

Προσθήκη λεζάντας

Σε αισθάνομαι Ποίηση Γιάννης Παππάς

 
 


 
 
 
Σε αισθάνομαι
ευωδιάζει η παρουσία σου
ξεχειλίζει από τη σκέψη μου
κι απλώνετε στο κορμί μου
ξανά ξανά ξανά


Το νου μου
εξουσιάζει με καλεί
να ταξιδέψω
στην αγκαλιά σου
φορώντας τα φτερά του έρωτα

Είναι η παρουσία σου παντού
Σε κάθε κύτταρο από το σώμα μου
σε κάθε ακτή τού νου
Το χρώμα της ύπαρξης σου
Έβαψε την καρδιά μου
κατέκλυσε η ματιά σου τα όνειρα μου

 
 
 
Πώς να δέσω τα χέρια μου
Με τι ?
Να μην θέλουν να σ αγγίξουν
Πώς να πείσω τα χείλη μου
Να μη θέλουν
να σε φιλήσουν

Πως στην αρρώστια μου
να γίνω εγώ γιατρός?


Άσε με να ταξιδεύω
στα όνειρα σου
Να σου χαρίζω την καρδιά μου
Άσε με να αισθάνομαι
τα χείλη σου στα χείλη μου

 
 
 
 
 
 
Άσε τα χέρια μου
Ν' απλώνω
Ν' αγγίζω τα χέρια σου
Να σου μιλώ τα μεσημέρια σου
άσε με να γράφω στον ουρανό σου
Κάθε βράδυ Σ' αγαπώ

http://youtu.be/9uXg75pTQ80

Ανδρομέδα

Ανδρομέδα

Η Ανδρομέδα, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ήταν κόρη του Κηφέα, βασιλιά των Κηφήνων ή των Αντιόπων και της Κασσιόπης ή της Ιόππης, κόρης του Αιόλου. 
Όταν η Κασσιόπεια ισχυρίστηκε ότι ήταν ωραιότερη από την Ήρα και τις Νηρηίδες, προκάλεσε την οργή τους και ζήτησαν από τον Ποσειδώνα, τον θεό της θάλασσας, να την τιμωρήσει. Αυτός προκάλεσε καταιγίδα στην Αιθιοπία, από την οποία πλημμύρισε η χώρα, και επιπλέον έστειλε ένα θαλάσσιο κήτος που κατασπάραζε ανθρώπους και ζώα. 
Σύμφωνα με το χρησμό του μαντείου του Άμμωνα, για να σωθεί η χώρα έπρεπε η Ανδρομέδα να θυσιαστεί στο τέρας. Έτσι την εγκατέλειψαν σ΄ ένα βράχο της ακτής, για να την καταβροχθίσει το κήτος. Η Ανδρομέδα βρέθηκε δεμένη στο βράχο, στο έλεος του κτήνους. 
Paul Gustave Doré, 1832 – 1883
Ο Περσέας. καθώς επέστρεφε από τη σφαγή της Γοργούς, πέρασε από την Αιθιοπία. Είδε μια γυναίκα αλυσοδεμένη σ' έναν βράχο. Πλησίασε και θαμπωμένος από την ομορφιά της σταμάτησε να μάθει τι συμβαίνει. Ο Περσέας, ερωτευμένος με την κόρη του Κηφέα, αποφασίσει να σκοτώσει τον Δράκοντα και να πάρει μαζί του την Ανδρομέδα. Πράγματι, ο ήρωας σκότωσε το κτήνος, ελευθέρωσε  την Ανδρομέδα και την παντρεύτηκε αγνοώντας τον Φινέα, με τον οποίο ήταν αρραβωνιασμένη. Στη διάρκεια της γαμήλιας τελετής ξέσπασε καβγάς ανάμεσα στους δυο άνδρες. Ο Φινέας τελικά πέτρωσε, αφού κοίταξε το κεφάλι της Γοργούς. 
Περσέας και Ανδρομέδα
Giorgio Vasari, 1511 – 1574
Η Ανδρομέδα ακολούθησε τον άνδρα της στην Τίρυνθα του Άργους. Γέννησαν έξι γιούς: τον Πέρση, τον Αλκαίο, τον Ήλιο, το Μέστορα, τον Σθενελό, και τον Ηλεκτρύωνα και μια κόρη τη Γοργοφόνη. 
Μετά το θάνατό της η Αθηνά την έκανε άστρο και την έβαλε στους αστερισμούς του βόρειου ουρανού κοντά στον Περσέα και την Κασσιόπεια. 
Ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης, καθώς και ο Κορνήλιος, παρουσίασαν αργότερα το μύθο σε τραγωδίες τους.
Ο Κηφέας και η βασίλισσα Κασσιόπη ευχαριστούν τον Περσέα για την απελευθέρωση της κόρης τους Ανδρομέδας.
Pierre Mignard, 1612 – 1695
Περσέας και Ανδρομέδα
Anton Raphael Mengs, 1728 – 1779

Η ροδοδάκτυλος Ηώς

Η ροδοδάκτυλος Ηώς

Η Ηώς, κόρη του Τιτάνα Υπερίωνα και της Τιτανίδας Θείας, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ήταν η θεότητα-προσωποποίηση της αυγής. Αδελφή του Ήλιου, του οποίου προηγείται κάθε μέρα στο ουράνιο ταξίδι του, και της Σελήνης. Διακρινόταν για το κάλλος και τις δελεαστικές χάριτες που είχε και προσέλκυσε ερωτικά τον θεό Άρη, με τον οποίο κοιμήθηκε. Όταν το έμαθε η θεά Αφροδίτη, την «καταράστηκε» ο βίος της να είναι πλήρης ερωτικών επεισοδίων, χωρίς όμως να βρίσκει και πλήρη ικανοποίηση. Τούτο και έγινε. Απειράριθμες ήταν πλέον οι θρυλούμενες παραδόσεις γύρω από τις ερωτικές σχέσεις της Ηούς.
Evelyn De Morgan
Ο Αστραίος, προσωποποίηση του έναστρου ουρανού, ο Τιθωνός, ένας ωραιότατος νεανίας, ο ωραίος κυνηγός Ωρίωνας και ο αττικός ήρωας Κέφαλος συγκαταλέγονται στον κατάλογο των ερωτικών συντρόφων της Ηούς. Με τον Αστραίο απέκτησε τους πολυάριθμους αστέρες, τον Εωσφόρο (Αυγερινό) και τους τέσσερις κύριους ανέμους Αργέστη, Βορέα, Ζέφυρο και Νότο και μία κόρη την Δίκη.

Ο δεύτερος ερωτικός σύντροφός της, ο Τιθωνός ήταν γιος του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα και της Στρυμούς. Η Ηώς τον ερωτεύτηκε και τον απήγαγε στα ανάκτορά της στις όχθες του Ωκεανού, αφού πέτυχε από τον Δία την αθανασία του, λησμονώντας όμως και να ζητήσει την αιώνια νεότητά του. Παρότι έτρεφε τον Τιθωνό με αμβροσία και τον έντυνε με λαμπρά ενδύματα οι τρίχες της κεφαλής του άρχισαν να λευκαίνουν, ρυτίδες να αυλακώνουν το πρόσωπό του έτσι ώστε να καταστεί αγνώριστος διατηρώντας μόνο τη γλυκιά φωνή του. Η Ηώς, που ως θεά ήταν και αθάνατη και αιώνια στην ίδια ηλικία, δεν μπορούσε πια να τον βλέπει. Τότε οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε ένα ζαρωμένο έντομο, που απλώς μιλά ακατάπαυστα, ανίκανο για νεανική δράση: το έντομο αυτό είναι ο τζίτζικας ή σύμφωνα με άλλες ιστορίες, η ακρίδα. Ο Τιθωνός και η Ηώς απέκτησαν μαζί δύο τέκνα, τον Μέμνονα και τον Ημαθίωνα.

Francesco de Mura
Τρίτος ερωτικός σύντροφος της Ηούς ήταν ο ωραίος κυνηγός Ωρίωνας τον οποίον και απήγαγε αυτή από την Τανάγρα και που όμως τον στερήθηκε πολύ γρήγορα. Μεταδίδοντάς του το αθεράπευτο ερωτικό της πάθος βλήθηκε από τα βέλη της θεάς Άρτεμης στη νήσο Ορτυγία, είτε διότι τόλμησε να προκαλέσει αυτήν σε αγώνα δισκοβολίας, είτε εξ αγνοίας της θεάς ενώ αυτός κολυμπούσε, σε παρακίνηση του Απόλλωνα (επειδή έφερε βαρέως τον ερωτικό δεσμό αυτού με την αδελφή του), είτε για άλλη αιτία. Κατ' άλλη εκδοχή η Ηώς ερωτεύθηκε τον τυφλωμένο Ωρίωνα όταν αυτός έφθασε στα όρια του Ωκεανού (ιδεατή αντίληψη του ορίζοντα, σημερινή έκφραση «στα πέρατα του κόσμου») αναζητώντας θεραπεία και ικέτευσε τον αδελφό της να του αποκαταστήσει την όραση με τις ακτίνες του.

Μετά τον φόνο του Ωρίωνα και τη μεταμόρφωσή του από τους θεούς σε ομώνυμο αστερισμό, η Ηώ ερωτεύθηκε τον Κέφαλο και τον κατεδίωξε ώσπου τον έφθασε στη Συρία, τον άρπαξε και τον έκανε δικό της. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Τιθωνός, κατ' άλλους και ο Φαέθοντας.

Nicolas Poussin
Η Ηώς ήταν καθημερινή πρόδρομος του Ήλιου στον οποίο και άνοιγε κάθε αυγή με τα ρόδινα χέρια της τη «Θύρα της Ανατολής». Έπειτα στεφανοφορούνταν με άνθη που την εφοδίαζαν πτηνά και με πολύπτυχο πέπλο ανέβαινε στο τέθριππο άρμα της ρίχνοντας άνθη και με υδρίες σκορπούσε ροδόσταμο στη Γη («πρωινή δρόσος»), της οποίας οι σταγόνες άστραφταν σαν διαμάντια στις πρώτες ακτίνες του Ήλιου.

Jean-Honoré Fragonard
Οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές εξύμνησαν την πανέμορφη θεότητα. Με θαυμασμό περιέγραψαν τα ροδόχροα δάκτυλά της, τον χιονόλευκο λαιμό της, τους θαυμαστούς οφθαλμούς της, το απαστράπτοντα πέπλο της (εικόνα λυκαυγούς) συνοδεύοντας το όνομά της με πλήθος θαυμαστικών επιθέτων ή επιφωνημάτων, όπως φάενναν, βοώπιν, ευπλόκαμον, κροκόπεπλον, λευκόπτερον, ροδόπηχυν, ροδοστεφή, ροδόσφυρον, ροδοδάκτυλον, χρυσήνιον, χρυσόθρονον, χρυσοπέδιλον κ.ά.

Adolphe Bouguereau

Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες

Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες


Μεσ᾿ ἀπὸ τὸ βάθος τῶν καλῶν καιρῶν 
οἱ ἀγάπες μας πικρὰ μᾶς χαιρετᾶνε

Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες 
κι αν φούσκωσαν τα στήθη 
κι αν δακρύζεις 
που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα, 
δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι, ας κλαις.   

Ξάφνου θα δείς δυο μάτια γαλανά
 -- πόσος καιρός! -- 
τα χάιδεψες μια νύχτα 
και σα ν' ακούς εντός σου να σαλεύει 
μια συμφορά παλιά και να ξυπνά. 
  
Θα στήσουνε μακάβριο το χορό 
οι θύμησες 
στα περασμένα γύρω 
και θ' ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε 
και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.
  
Τα μάτια που κρεμούν
 -- ήλιοι χλωμοί -- 
το φως στο χιόνι της καρδιά και λιώνει, 
οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες 
οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί...

Κώστας Καρυωτάκης

Ας ακούσουμε το ποίημα αυτό του Καρυωτάκη μελοποιημένο από τον Λουκά Θάνου.

Roman Frances