Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

Γίνε αντίλαλος χαρά μου..

Γίνε αντίλαλος χαρά μου..

..πλούσιος είναι
  



 Ένας ζωγράφος σχεδίασε έναν πίνακα. 
Τον ονόμασε «Η πόρτα της καρδιάς».
Στην έκθεσή του ένας 
από τους προσκεκλημένους παρατήρησε.
Aπό την πόρτα λείπει το χερούλι.
Ο ζωγράφος εξήγησε.


ανοίγει μόνο από μέσα..
Καλό Μήνα Άνθρωποι.!!




Η απογύμνωση του Θέλω..

Η απογύμνωση του Θέλω..

.. είναι η ανάσταση 
του Μπορώ.





Όταν η καρδιά αιμορραγεί 
η ψυχή δικαιούται να σωπαίνει 
μπαίνοντας σε καταστολή..
τότε μιλά ο πόνος..
και αν και αμείλικτος 
είναι η μόνη δύναμη 
που ανασυνθέτει το είναι μας


πάντα νύχτα με άγρυπνα βλέφαρα.. 
διασχίζει η αντοχή 
 το απόκρημνο του είναι μας 
μόνο τότε στρώνει η μοναχικότητα 
τα άστρα  της καταγής για να ξυπνήσει 
 της Καρδιάς η αλήθεια

Δεν είναι γη, φυλή ή πατρίδα..

Δεν είναι γη, φυλή ή πατρίδα..


..ο Νότος κανενός.


Είναι νερό κι ανάσας δώρο.
Ο Νότος είναι απλώς...
 είναι λόγος να ζεις.

Λάθος κόντρα στο λάθος και κάθε λάθος, 
σαΐτα στην καρδιά.
Έχει απ`όλα ο Νότος, λίγα λόγια...
κι οράματα ακριβά.




Μοναξιά το χειμώνα, άμμος και βράχος, 

ριζώνει ο ουρανός.



Αρμονία, Τιτάνες, πέτρα κι αστέρια, 
λαοί των ’’κεραυνών’’.
Ό,τι νιώθει ο Νότος, μαζί του σέρνει
αιώνες στεναγμών.
Είναι κάτι που αντέχει γένος το γένος, 
σ`ατέλειωτη τροχιά.
Σαν τραγούδι ο Νότος τη μέρα αρχίζει, 
ανοίγοντας φτερά


Πως να αγαπήσω ..

Πως να αγαπήσω ..

..μια πραγματικότητα 
που δεν αγκαλιάζει 
τα θελω της Καρδιάς;





Πως να αγαπήσω



 που δεν είμαι στην αγκαλιά σου ; 




Κι αν δεν υπήρχε..

Κι αν δεν υπήρχε..

.. το σκοτάδι του πόνου 
και η παγωνιά της μοναξιάς 
των πιο μοναχικών διαδρομών της ζωής μας.. 





δε θα'χε καμία αξία 


της συντροφικότητας του Μαζί.


Επί τον τύπον των ήλων

Επί τον τύπον των ήλων

Μη σας ξεγελά ο καλός καιρός, έρχονται κρύα, 
χειμώνας βαρύς, χιόνια, βροχές, παγωνιά. 
Δε χρειάζεται, δεν ωφελεί να συμβουλεύεστε 
τα μετεωρολογικά, τους δορυφόρους και τα δελτία ειδήσεων. 
Αιώνες τώρα, το χιόνι πέφτει, μας πλακώνει, 
μας λιώνει, λιώνει, χειμώνα - καλοκαίρι. 
Ποιος θα σηκωθεί το πρωί να φέρει τα ξύλα, το πετρέλαιο; 
Ποιος θα τραβήξει τις κουρτίνες; 
Ποιον θα ρωτήσεις τι καιρό κάνει; Ποιος θα απαντήσει; 
Ποιος θα ανοίξει το ραδιόφωνο να κυλήσει 
στο διάδρομο η μουσική; Ποιος θα φτιάξει το τσάι; 
Ποιος θα στάξει το κονιάκ;

Τι έκανες εσύ; Πού είναι;


Πού είναι ο άνθρωπος αυτός. Η ομπρέλα. 
Τα παπούτσια της βροχής. Το πορτοκάλι, το μανταρίνι. 
Τα κάστανα. Η φωτιά.

Πού θα διηγηθείς το όνειρό σου, τον εφιάλτη σου; 






Ποιος θα στο εξηγήσει, ποιος θα σε καθησυχάσει, 
ποιος θα μαζέψει δάκρυα, αναφιλητά, παραμιλητά; 
Ποιος θα σε σταυρώσει κρυφά καθώς φεύγεις; 
Ποιος θα μαζέψει τις πέτρες από τον ύπνο σου; 
Ποιος θα χτίσει ό,τι γκρεμίστηκε, ό,τι πήρε, ό,τι έφαγε η βροχή;
Τα πρωινά λουλούδια; Ποιος θα τα φέρει; 
Ποιος θα κρύψει το κλειδί μέσα στη γλάστρα;


Τι έκανες εσύ; Πού είναι; 

Είναι στη θέση του ο άνθρωπος αυτός;

Αυτός που ανοίγει τη μέρα σαν το λουλούδι. 
Που μοιράζει την ευτυχία, αυτήν τη λιγοστή, την ελάχιστη 
που μας έχει παραχωρηθεί, με το γέλιο, τη χειρονομία, 
την αγάπη, τη σιωπή, την υπομονή, τη σοφία. 
Αυτός που πληρώνει τα χρέη της νύχτας, το μερίδιό μας.

Πού είναι; Τι έκανες εσύ;



Πού είναι αυτός. Αυτός ο σεβασμός. 
Αυτός που κατεβαίνει τη νύχτα ξυπόλητος 
και φέρνει τα χρήματα να πληρώσει το ταξί.

Αυτός που δεν ρωτά ποτέ γιατί, πότε, ποιος, ποιοι, 
τι ώρα έφυγες, τι ώρα ήρθες, τι άνθρωποι, 
τι θηρία είναι αυτά, τι μηχανές, τι προβολείς, τι σειρήνες, 
τι φώτα, τι στάζεις, τι αίματα, τι δάκρυα, τι φωνές, 
τι κατάρες, τι εκλιπαρείς, πού γονατίζεις, 
πού σέρνεσαι στα τέσσερα, πού υπογράφεις, πού χρωστάς.

Πού είναι, πού είναι αυτός ο άνθρωπος. 
Γιατί έφυγε; Ποιος του έδειξε την έξοδο, 
ποιος τον έδιωξε, ποιος του είπε ό,τι του είπε;


Ποιος στερεύει τις πηγές που τρέφουν τέτοιους ανθρώπους; 
Ποια αφροσύνη, ποιος εγωισμός, ποια τρέλα, 
ποια ανικανότητα, ποια αναπηρία ψυχής κόβει αυτή τη γλώσσα, 
αυτά τα δάκρυα, αυτά τα χιόνια, ποιος; Ποιος τα αφήνει να λιώνουν;

Θοδωρής Γκόνης



Πιο θραύσμα δε γίνεται...

Πιο θραύσμα δε γίνεται...

 Ανάβω τσιγάρο..
..Σιωπή.-




Κανένα γιατί..κανένα διότι.





Μονάχα ο έρωτας



Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Κι εμείς, ανέστιοι..

..οφείλουμε να περιθάλψουμε τόση θλίψη
απ΄ το υστέρημα της καρδιάς μας

Έτσι, για να κρατάμε ζωντανό
Το μύθο
Της ελεύθερης βούλησής μας

\
Αρνούμαι να χορτάσω.
Να μοιραστώ 
Και να πεινάω πάντα 
Για ότι ελευθερώνει
Και να ταΐζω θέλω
Πεινασμένα περιστέρια
Απ’ το πιάτο μου.




Ανάγκη έχω
Ν΄ αποσυρθώ στη σιωπή.
ΧΡΗΣΤΟΣ Κ. ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ