Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Πληγωμένος Ουρανός







Οι δικαστές μας δίκασαν, μας καταδίκασαν
πριν αποκτήσουμε φωνή
με τί καρδιά, με τί μυαλό
το κάνουν αυτό οι δικαστές στις αθωότητες.
Είναι λένε κλήρος να μην σου πέφτει το φλουρί
και να περνάς στρατοδικείο
να σε στήνουν στον απέναντι τοίχο
μόνο επειδή έχεις αγέρωχα μάτια·
την ομορφιά την παίρνουν από νωρίς και τη ζέουν
σ’ έναν τροχό
ενώ πέφτουν βροχή τα μαχαίρια·
ό,τι προλάβεις να προστατέψεις το θάβεις
σαν σκυλί το κόκαλο 
να το χαρείς αργότερα, σε μια άλλη ηλικία
σ’ ένα άλλο σώμα.

Οι δικαστές ελάχιστα κατανοούν το δίκιο
σαν γεννηθείς σε διεκδικούν, σε τεμαχίζουν
σαν έναν μονάκριβο πίνακα
που δεν ξέρεις τί θέλει να πει
όλη τη ζωή σου τον συμπληρώνεις
να φτιάξεις ένα ανέφικτο τοπίο από ζάχαρη κι άλας
απ’ την ερμηνεία σου και τη συγχώρεση.

Δικαστές στερημένοι από αισθαντικότητα
σε νουνουρίζουν στα μπράτσα τους
ως ύπνος βαθύς σε παίρνει
και σε βγάζει σε παραμύθι δεύτερο. 
Τραυματισμένη η αθωότητα
τυλιγμένη με γάζες.
Να ξυπνάς και να θεραπεύεσαι, να γνωρίζεις
απ’ την ύπαρξή σου να γλιτώνεις,
απ’ το ίδιο σου το βάθος
ζωή να συναντάς - εσύ να γίνεσαι
οι δικαστές να μην σου μοιάζουν
να τους χαλάς το πρόσωπο.
Να θεραπευτείς σε μια κολυμπήθρα
από δάκρυα.
Τους δικαστές σου τους συγχωράς
γιατί χιλιάδες χρόνια τώρα
δεν ξέρουν τι κάνουν·
μα και τους πολεμάς
γιατί πρέπει να μάθουν τι κάνουν
για να μην το κάνουν.
Άλλη γενιά να μην σκάψει
να εκλείψουν οι αρχαιολόγοι
να 'χει πνοή το άγαλμα - να μην σβήνει το βλέμμα του
να μην αποφοιτούν άλλοι γιατροί
της ύπαρξής τους
τραυματιοφορείς και νοσοκόμοι
να εξαφανιστούν
και κάποιος - για όνομα του θεού
να κάψει όλες τις πατερίτσες! 

Χορευτές είναι οι άνθρωποι.
Να μπορούσες να γυρίσεις πίσω
όλους τους ψυχολόγους που έρχονται
να γιατρέψουν το χρόνο.
Είναι μεγάλο κρίμα ο πληγωμένος ουρανός.




Ο Νόμος του Ήλιου




Στριφογυρίζουν να δούνε λίγο ήλιο
μέσα από υπόγειες διαδρομές - σαλιγκάρια
μα ο ήλιος ήταν πάντα εδώ κι εδώ μένει. 
Σκαρφίζονται, υποθέτουν πολλά
πως ο ήλιος κάπου είναι κρυμμένος, χαμένος - τον τοποθετούν σε μια κορυφή
τον εκλιπαρούν απ’ τους άλλους, τον δανείζονται με πονηριές

Τον μαζεύουν σταλιά σταλιά από κορμιά, ξίφη
κι απειλές·
όμως ο ήλιος πάντα εδώ ήταν κι εδώ μένει
στο τώρα, το παρόν, το σήμερα
μέσα σε μια στιγμή ψηλός κι αιώνιος

Στριφογυρίζουν να δούνε λίγο ήλιο
εγκλωβισμένοι μέσα στο σώμα τους
κάτω απ’ τη σάρκα τους, πίσω απ’ τα μάτια τους
κοντά στο φόβο τους με μια ανάγκη που θερίζει

Χτυπούν τη θύρα του ουρανού ν’ ανοίξει
θεέ, λένε, κοίτα μας, μα ο θεός κατεβαίνει βαθύτερα
και τους καλεί·
κουρασμένοι απ’ τη ματαίωση
λένε το βάθος αυτό δεν τελειώνει

Όμως ποτέ δεν ησυχάζουν και δεν μπορούν να παραδοθούν
συνεχίζουν να ψάχνουν, συνεχίζουν να βρίσκουν·
μα τα πράγματα στον βυθό τους πολλαπλασιάζονται
και διαιρούνται διαρκώς

Λησμονούν και θυμούνται
κάπου κάπου συναντούν την αγάπη τους
την αγκαλιάζουν, τους αγκαλιάζει, κουλουριάζονται ξανά
σαν έμβρυα στο σώμα τους
τα δάκρυά τους μοσχοβολούν· 
μαντεύοντας κάπου μακριά τους ένα φιλικό άγνωστο
ηρεμούν
γαληνεύουν, πάντα για λίγο και ξανά ξεκινούν

Περνούν απ’ τον τόπο τους - τον ευλογημένο τόπο τους
μα σύντομα τον αφήνουν πίσω και πέφτουν ξανά
στην περιπλάνηση - τυφλοί μυρίζουν τη ζωή
και κουνούν χαρούμενοι την ουρά τους 

Σκαλίζουν παλιούς θρήνους – κλαίνε τις νύχτες σε μια γωνιά
απ’ τη μνήμη τους 
γονατίζουν χωρίς να προσκυνούν
κάτι προσπαθεί να τους σπάσει, να τους τσακίσει την υπερηφάνεια
κάτι τους καλεί διαρκώς χαμηλά - η ταπεινότητα 
ένα βάρος που το φορτώνουν στον εαυτό τους
τούς πλακώνει το στήθος. Ένα βάρος με σκοπό να τους 
λυγίσει και να τους σπάσει. Ένα βάρος που αυξάνει τη δύναμή τους.
Κρατούν με τα δόντια έναν ζαλισμένο ουρανό.

Μια πεταλούδα πνιγμένη στο βυθό τους αναστενάζει
κρατιούνται από μια πετονιά
φέρνουν στην επιφάνεια μια άγκυρα
ένα βουλιαγμένο καράβι
γίνονται ξανά η θάλασσα που αγνάντευαν
ο ορίζοντας που περίμεναν 
η νοσταλγία τους που ένιωθαν 
τ’ όνειρό τους που ονειρεύτηκαν·  
η σωτηρία τους διανύει  μια τροχιά έλλειψης
έχουν εκλείψει σαν ήλιοι
μια φέτα τους φως
έχει πάρει φεγγάρι

Όσοι απ’ αυτούς γλιτώσουν επιστρέφουν ξανά στο αγαπημένο μυστήριο
τα μάτια τους πλημμυρίζουν άγνωστο
ξεχνούν τον πόνο τους
φτιάχνουν μια μοναξιά στον αέρα
ακούν την ψυχή τους ξανά να γελά
λυτρωμένοι ένα παιδί στην καρδιά τους φτερουγίζει

Ένας σταυρός στο πλάι τους χωνεύει στο χώμα
και ζουν μια ανάσταση εντελώς εκ νεκρών.

Όμως ξεκινούν το ταξίδι στριφογυρίζοντας να δουν λίγο ήλιο
από μια σχισμή της καρδιάς τους
κι ο ήλιος τους θρέφει·
ως το τέλος δεν τους εγκαταλείπει ποτέ
τους θέλει κοντά του όπως ένας πατέρας
όπως μια μάνα
και τους φροντίζει σαν παιδιά του
Γιατί είναι μοίρα, πεπρωμένο, αποστολή και σκοπός
να επιστρέψουν ξανά κοντά του
να ενωθούν μαζί του
γιατί χώρισαν και μακριά του πονούν
Κι είναι όλο αυτό έτσι να είναι
χωρίς εξαιρέσεις νόμος. 
Πεθαίνουν στα βαθιά τους γεράματα
σχεδόν καταλαβαίνοντας
τί στη ζωή τους συνέβη. 



Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

Η Μαργαρίτα (των αγρών) στην Ποίηση


Ένα πολύ κοινό αγριολούλουδο σε όλη την Ευρώπη. Η επιστημονική της ονομασία είναι Ανθέμις η Χία.
Μαργαρίτα (ετυμολ.: αντιδάνειο από το ιταλ. margarita < μαργαρίτης = μαργαριτάρι) είναι κοινή ονομασία πολλών άγριων ή καλλιεργούμενων φυτών που ανήκουν στην οικογένεια των Συνθέτων (Compositae) και έχουν άνθη κατά κεφάλια, με εμφανή ακτινοειδή στεφάνη.


 Το άνθος της μαργαρίτας συμβολίζει την αγνότητα, την αθωώτητα και το νέο ξεκίνημα. Επίσης, χαρακτηρίζει την πιστή αγάπη. 

  Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αφιερώσει τη μαργαρίτα στη θεά Άρτεμη και τη θεωρούσαν θεραπευτικό μέσο για γυναικεία μικροπροβλήματα.



Η Μαργαρίτα (των αγρών)  στην Ποίηση
Τρία δάκρυα του θεού
Μίλτος Σαχτούρης(απόσπασμα)

Μπρος μου ψηλά σ' αυτό το βουνό
ένας λευκός άνθρωπος κόβει μαργαρίτες
σωριάζει πέτρες μέσα σ' αυτό το σάκο του θεού
κάπου κάπου γυρίζει και με κοιτάζει λυπημένος
μου ρίχνει ένα λουλούδι ξακολουθεί το δρόμο του

Στο στήθος μου φυτρώσαν κοπάδια μαργαρίτες
αυτ
ός ο άνθρωπος είμαι εγώ

 Γιάννης Ρίτσος – Ρωμιοσύνη V(απόσπασμα)

" ... Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μια γλώσσα πιο της κερασιάς,
λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη -
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια
ή απάνου στα βουνά ή κάτου απ' τη θάλασσα,
δεν ξεχνάνε, ποτέ δεν ξεχνάνε -
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μια
μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατό τους, πάνου στο βιβλίο ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς ..."

Γιάννης Ρίτσος, (απόσπασμα) από τη «Γκραγκάντα» 
«Είμαι κ’ εγώ απ’ την ίδια ράτσα∙ επιμένω∙ δεν το βάζω κάτω∙/ είπα: ο κάμπος με τις μαργαρίτες ανοιξιάτικο πρωινό με τις καμπάνες στους λόφους/ είπα:
η ανάποδη ρόδινη ομπρέλα ανοιχτή γεμάτη φως μέσα στα στάχυα/ είπα: φιλί, ψωμί, σταφύλι, στήθος, άγκυρα, γυναίκα, ελευθερία/ είπα στους νεκρούς: περιμένετε∙ τίποτα δεν τελειώνει∙»


'Ονειρο καλοκαιρινού μεσημεριού(απόσπασμα)
Γιάννης Ρίτσος

Άνοιγαν τότε μικρά παράθυρα που σκύβαν στα περβάζια οι μαργαρίτες
να χαιρετήσουν την αυγή που πέρναγε στο δρόμο χωρίς
φορτίο σκιάς και θύμησης.

Painter,Vittorio Matteo Corcos
Γιάννης Ρίτσος

Εἶχε ἀρχίσει νὰ βλέπῃ...

...Εἶχε ἀρχίσει νὰ βλέπῃ / καὶ τὴν πιό ἐφήμερη μαργαρίτα νὰ γνέφῃ μὲ τ' ἄσπρο της χέρι, / νὰ γνέφῃ σ' ὅλους ἀμερόληπτα – καὶ κάπως ἰδιαίτερα σ' αὐτόν.

Γιάννης Ρίτσος, «ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ»
XII
Η αγαπημένη μου με χάιδεψε.
Έγινα ένα δάσος
ένα δάσος απέραντο.

Μέσα στο δάσος
τρέχει γυμνή η αγαπημένη μου
κόβοντας μαργαρίτες.
Οι μαργαρίτες φέγγουν τα στήθη της
φέγγουν την κοιλιά της
φέγγουν τα χέρια της, τα  πόδια της,
το πρόσωπό της.

Η αγαπημένη μου γέμισε ανταύγειες.
Πάνω της
το δάσος τρέμει σκοτεινό
περιμένοντας
την καταιγίδα και τους ξυλοκόπους.
Πώς να το αντέξει πάνω της η αγαπημένη μου
ένα πελώριο δάσος σκοτεινό;
Προσανατολισμοί (απόσπασμα)-Οδ-Ελύτης


«Κι όλο το πρόσωπο της γης λάμπει από μαργαρίτες.
Όχι, δεν είναι σήμερα η στερνή μας λέξη, δεν τελειώνει ο κόσμος.
Δε λιώνει σήμερα η ελπίδα μου, με χλωρά σπαρτά γεμίζει τις φωλιές των ήχων»

Κάτω στης μαργαρίτας τ΄ αλωνάκι - 1969 
Στίχοι:  
Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική:  
Γιάννης Μαρκόπουλος
                    Κάτω στης μαργαρίτας
                    τ’ αλωνάκι, στήσαν χορό
                    τρελό τα μελισσόπουλα.

                                            Ιδρώνει ο ήλιος, τρέμει το νερό

                      Στάχυα ψηλά λυγίζουνε
                      το μελαμψό ουρανό.

                                          Πέρα μέσα στα χρυσά νταριά

                     κοιμούνται αγοροκόριτσα.
                     Ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά.
                     Στα δόντια τους
                     ο ήλιος σπαρταράει.

                                               Κάτω στης μαργαρίτας

                           τ’ αλωνάκι.
   

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Περίπατος - Ιωάννα Σαμαρά ( mips )

ΧΑΡΑΥΓΗ by mips

Σπουδή στα "αντικλείδια"Ioanna mips



Μη ζητάς
να ξεκλειδώσεις 
τους στίχους.
 
Χάθηκαν τα κλειδιά.

Ποτέ δεν υπήρξαν,
παρά μόνο αντικλείδια.
Ένα για κάθε λέξη.
 
Έπειτα,
τα έφτυσε ο ποιητής 
σε βαθύ υπόνομο.

Από τότε όλοι 
βυθίζονται σε απόπατους
και κομπάζουν σημαίες μύχιες.
 
Απατώνται οικτρά.
Τα κλειδιά ακόμα κι ο ποιητής
τα ξέχασε.

Άλλωστε τη σημασία έχουν τα κλειδιά,
όταν οι πόρτες είναι ορθάνοιχτες.
-mips-

Οι μοναχικοί άνθρωποι ό Ioanna mips




Eπικίνδυνα μονάχοι ,
αξιέραστα πεπαιδευμένοι .
Αφήστε τους. Μακριά να μείνετε .
Αλλιώς…
Κολλητικά θα ενταχθείτε στην τρέλα τους.
Προσέξετε. Γιατί…
Οι μοναχικοί άνθρωποι
βλάπτουν σοβαρά την ψυχραιμία σας.
Ιωάννα Σαμαρά
-mips-