Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης

Οδυσσέας Ελύτης


ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ
Όταν η μέρα τεντωθεί από το κοτσάνι της κι ανοίξει όλα

  τα χρώματα πάνω στη γη.....


  1. Κι εγώ, φτάνω πάντοτε ίσια στην απουσία. Ένας ήχος κάνει το ρυ-άκι, κι ό,τι πω, ό,τι αγαπήσω μένει άθικτο στους ίσκιους του. Αθωό-τητες και βότσαλα στο βυθό μιας διαύγειας. Αίσθηση κρυστάλλου.




Ω έλα μαζί να ιδρύσουμε τα όνειρα, έλα μαζί να δούμε τη γαλήνη. Δε θα 'ναι πια στον έρημο ουρανό παρά η καρδιά που βρέχεται απ' την πίκρα παρά η καρδιά που βρέχεται απ' τη γοητεία, δε θα 'ναι παρά η καρδιά που ανήκει στον δικό μας έρημο ουρανό Έλα στον ώμο μου να ονειρευτείς γιατί είσαι μια γυναίκα ωραία.. Ω είσαι ωραία. Ωραία.Ο.ελυτης












Η θανατηφόρα μοναξιά των εραστών

Η θανατηφόρα μοναξιά των εραστών

«Είμαι η παύση ανάμεσα σε δύο νότες… θανάτου και γέννησης». Οι ωραίοι αυτοί στίχοι του ποιητή Ράινερ Μαρία Ρίλκε αντανακλούν θαυμάσια το κλίμα στα πρώιμα αυτά πεζά του, τα οποία κυλούν ανάμεσα σε δύο νότες, τον θάνατο και την αγάπη. Και τα δύο ορίζονται από τη μοίρα. Στις δεκατρείς ιστορίες αγάπης με τίτλο Κισμέτ (Νεφέλη) διακρίνονται η μαύρη ατμόσφαιρα, το συμβολιστικό στοιχείο, η αξεδιάλυτη εμπλοκή της αγάπης με τον θάνατο, το αδύνατον της επίγειας ευτυχίας του ανθρώπου που θα τον απασχολήσει σε όλη την ποιητική πορεία του.
Ενας μνηστευμένος με μια όμορφη κόρη παρασύρεται από την άσχημη γειτόνισσά του, μια ράφτρα, με δεσμά που δεν μπορεί να σπάσει. Η ακατανίκητη έλξη προς αυτή τη γυναίκα θα τον οδηγήσει στην προσωπική του δυστυχία. Ενας νεαρός άνδρας ένα αυγουστιάτικο πρωινό στο δάσος θα συναντήσει έναν άλλον άνδρα που θέλει να αυτοκτονήσει επειδή πιστεύει ότι η γυναίκα του αγαπάει ακόμη κάποιον από παλιά. Ο αφηγητής θα τον πείσει ότι δεν αξίζει να αυτοκτονήσει και του διηγείται τη δική του ιστορία με μια παλιά ερωμένη του, και πώς την ξεπέρασε. Θα αποδειχθεί όμως ότι αυτή δεν είναι άλλη από τη γυναίκα του απελπισμένου. Η αυτοκτονία είναι η τελική λύση.
Ο Ρίλκε σε αυτά τα μικρά πεζά θέλει να δείξει τη μοναξιά των εραστών που κρύβεται κάτω από την ευτυχισμένη επιφάνεια που βλέπουν οι άλλοι. Οπως γράφει, «οι άνθρωποι είναι τόσο τρομερά μακριά ο ένας από τον άλλον, και πιο απομακρυσμένοι είναι συχνά όσοι αγαπιούνται. Πετούν ο ένας στον άλλον όλον τους τον εαυτό, όμως κανείς δεν τον πιάνει κιόλας, κι έτσι απομένει πεσμένος κάπου ανάμεσα και πυργώνεται και στο τέλος τούς εμποδίζει κι από πάνω να δουν ο ένας τον άλλον».
Στις πικρές αυτές ιστορίες του - γραμμένες πολύ προτού γίνει γνωστός για τα ποιήματά του - ο Ρίλκε φαίνεται επηρεασμένος φανερά από τον υπαρξισμό του Κίρκεγκορ. Οι μεταφυσικές ανησυχίες του θα κορυφωθούν αργότερα στα Νέα ποιήματα (1907-8), αλλά θα γίνει παγκοσμίως γνωστός για το μυθιστόρημα Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε (1910), που θεωρείται προδρομικό της γραφής των υπαρξιστών. Τέλος, να υπενθυμίσουμε το πολύ αγαπητό σε όλους τους νέους δημιουργούς Γράμματα σε έναν νέο ποιητή (1924).Μπασκόζος Γιάννης Ν.


Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,


τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.


Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,


και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.


Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,


σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.


Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα 



καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.

Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, 



εγώ

μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.

ΣΒΉΣΕ ΤΑ ΜΆΤΙΑ ΜΟΥ (ΡΆΙΝΕΡ ΜΑΡΊΑ ΡΊΛΚΕ, ΜΕΤΆΦΡΑΣΗ: ΚΩΣΤΉΣ ΠΑΛΑΜΆΣ)


Στη δινη του χρονου

Στη δινη του χρονου



Θα γινω στοχαστης στην ζωη μου,και παρητηρητης  ολου του συμπαντος.Θα περασω στην αιωνιοτητα μεσα απο τις δινες της ζωης. Θα υπαρχω και θα συνεχισω να υπαρχω και μετα το τελος μου.Οταν θα ειναι να φυγω θα ειναι σν να μην εφυγα ποτε Μ.Π

Το βράδυ σπίτι μου γυρίζω
κυνηγημένη σαν πουλί,
μες στα σεντόνια μου αντικρίζω
το θάνατο που με καλεί.

Κρύβω στα χέρια την καρδιά
παίρνω απ΄ τις πόρτες τα κλειδιά,
και προσπαθώ να του ξεφύγω
κρυφά σαν τα μικρά παιδιά.

Κυλώ σα δάκρυ στη σιωπή,
μέσα στου κόσμου τη ντροπή,
και σαν τα ρούχα μου ξεσκίζω
γυμνή μ΄ αρπάζει η αστραπή.

Στους δρόμους σύντροφο γυρεύω
μια μπάντα παίζει το ρυθμό,
σκίζω τους τοίχους και χορεύω
να βρω τον άγνωστο αριθμό.

Κοιτάω μ΄ ελπίδα μια φωτιά
που ανάβει έν΄ άστρο στο νοτιά,
άραγε να ΄ναι ΄κει το φως μου,
το φως ή η ατέλειωτη ερημιά.

Φοβάμαι του όχλου τη χολή
ένας τυφώνας με καλεί,
η αγάπη χάνεται στη μνήμη
κι εγώ χορεύω σαν τρελή.Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

Ζω μοναχα εν λευκω.........

Ζω μοναχα εν λευκω.........



Είναι κάποιες μέρες τώρα, που έχω επιθυμίσει το λευκό. Το χρώμα που περιέχει ως φως, όλα τα άλλα χρώματα μαζί, τα για μας ορατά και αόρατα .




Το χρώμα που διάλεξε ο Σοφός Ποιητής για τον αφρό της θάλασσας, το σύννεφο του ουρανού, το κρυμμένο μαργαριτάρι του βυθού. Για τις τρυφερές νιφάδες του χιονιού και τις μικρές αχιβάδες της ακρογιαλιάς. Για τα πέταλα στο φτωχό χαμομήλι και στα πλούσια άνθη της αμυγδαλιάς, στην παιχνιδιάρα μαργαρίτα, στο μυρωδάτο γιασεμί ..


Και το χρώμα που διάλεξαν οι ζωγράφοι για τα φτερά των αγγέλων.



Το χρώμα που αντανακλάται στο αγνό στο καθαρό, στο απλό. Αν είχε ήχο θα ακουγόταν στο γέλιο του μικρού παιδιού. Αν είχε γεύση θα ήταν στο γάλα το μητρικό το πρώτο. Ως άρωμα θα μπερδευόταν στα αρώματα του αέρα της Άνοιξης και μιας μικρής αγκαλιάς αγάπης. Αν ήταν συναίσθημα θα κρυβόταν στο πρωτόγνωρο ερωτικό σκίρτημα και στην χαρά από τα φτερουγίσματα των πουλιών. Αν ήταν αγγιγμα θα βρισκόταν στο χάδι για τον άρρωστο και τον κάθε πόνο.




Είναι κάποιες μέρες τώρα, που έχω επιθυμίσει το λευκό.
Στο μυαλό, στην καρδιά, στην ψυχή. Στο Μέσα και στο Γύρω...

ΜΙΛΑ!

ΜΙΛΑ!



Πές κάτι, οτιδήποτε.
Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.
Διάλεξε κάποια λέξη,
που να σε δένει πιο σφιχτά με την αοριστία.

Πες:

«άδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».

Πες

«θα δούμε»,
«αστάθμητο»,
«βάρος».

Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται
μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.

Μίλα.

Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς
αρχίζει η θάλασσα.

Πες κάτι.

Πες «κύμα», που δεν στέκεται.
Πες «βάρκα», που βουλιάζει
αν την παραφορτώσεις με προθέσεις..

Πες «στιγμή»,
Που φωνάζει βοήθεια ότι πνίγεται,
μην τη σώζεις,
πες
«δεν άκουσα».

Μίλα.

Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
έχουν ανταγωνισμούς:
αν κάποια απ΄ αυτές σ΄ αιχμαλωτίσει,
σ΄ ελευθερώνει η άλλη.
Τράβα μια λέξη απ΄ τη νύχτα
στη τύχη.
Ολόκληρη νύχτα στη τύχη.
Μη λες «ολόκληρη»,
πες «ελάχιστη»,
που σ΄αφήνει να φύγεις.
Ελάχιστη,
αίσθηση,
λύπη
ολόκληρη
δική μου,
ολόκληρη νύχτα.

Έτσι, ίσα ίσα,
να βάλω ένα τίτλο
σ΄ αυτή τη βόλτα τη παραθαλάσσια.

Κική Δημουλά

ΜΙΛΑ!

ΜΙΛΑ!



Πές κάτι, οτιδήποτε.
Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.
Διάλεξε κάποια λέξη,
που να σε δένει πιο σφιχτά με την αοριστία.

Πες:

«άδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».

Πες

«θα δούμε»,
«αστάθμητο»,
«βάρος».

Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται
μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.

Μίλα.

Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς
αρχίζει η θάλασσα.

Πες κάτι.

Πες «κύμα», που δεν στέκεται.
Πες «βάρκα», που βουλιάζει
αν την παραφορτώσεις με προθέσεις..

Πες «στιγμή»,
Που φωνάζει βοήθεια ότι πνίγεται,
μην τη σώζεις,
πες
«δεν άκουσα».

Μίλα.

Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
έχουν ανταγωνισμούς:
αν κάποια απ΄ αυτές σ΄ αιχμαλωτίσει,
σ΄ ελευθερώνει η άλλη.
Τράβα μια λέξη απ΄ τη νύχτα
στη τύχη.
Ολόκληρη νύχτα στη τύχη.
Μη λες «ολόκληρη»,
πες «ελάχιστη»,
που σ΄αφήνει να φύγεις.
Ελάχιστη,
αίσθηση,
λύπη
ολόκληρη
δική μου,
ολόκληρη νύχτα.

Έτσι, ίσα ίσα,
να βάλω ένα τίτλο
σ΄ αυτή τη βόλτα τη παραθαλάσσια.

Κική Δημουλά

AYTOΓΝΩΣΙΑ- GIBRAN KAHLIL GIBRAN

AYTOΓΝΩΣΙΑ- GIBRAN KAHLIL GIBRAN

ΚAI, KAΠOΙOΣ άντρας είπε,
Μίλησέ μας για την Αυτογνωσια.

Κι εκείνος απάντησε λέγοντας:

Οι καρδιές σας γνωρίζουν σιωπηλα τα μυστικα των ήμερων και των νυχτων.

Άλλα τ' αφτιά σας διψουν για τόν ήχο της γνώσης της καρδιας σας.

Θέλετε να γνωρίσετε με λόγια αυτό που γνωρίζετε από πάντα στη σκέψη.

Θέλετε ν' αγγίξετε με τα δάχτυλά σας τό γυμνό σωμα των ονείρων σας.


Γιατι ή ψυχη περπατα πάνω σ' ολα τα μονοπάτια.

Ή ψυχη δεν περπατα πάνω σε μια γραμμμή, ούτε μεγαλώνει σαν καλάμι.

Ή ψυχη ξεδιπλώνεται, δπως ό λωτός με τα αναρίθμητα πέταλα.

Και είναι καλό που τό θέλετε.

Τό κρυφό πηγάδι της ψυχης σας πρέπει να αναβλύσει και να τρέξει κελαρύζοντας πρός τη θάλασσα·

Και ό θησαυρός του άπειρου βάθους σας πρέπει να αποκαλυφτεί στα μάτια σας.

Δεν πρέπει όμως να υπάρχουν ζυγαριες για να ζυγίζουν τόν άγνωστο θησαυρό σας και μη μετρατε τα βάθη της γνώσης σας με τό βυθομετρικό κοντάρι ή τό σχοινί.

Γιατι ό εαυτός είναι μια θάλασσα απεριόριστη και άμετρη· 

Μη λέτε, «Βρηκα την αλήθεια», αλλα να λέτε, «Βρηκα μιαν αλήθεια». 

Μη λέτε, «Βρηκα τό μονοπάτι της ψυχης», αλλα να λέτε, «Συνάντησα την ψυχη που περπατουσε στό μονοπάτι μου».

 GIBRAN KAHLIL GIBRAN