Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Νέλλη Βαβάση-Ζωή σε ζεύγη Που είσαι έρωτά μου;


Σταυρούλα Φωτιάδου

Που είσαι έρωτά μου;

Το ότι όλα περιστρέφονται γύρω από τον έρωτα το ξέρουμε. Πηγή έμπνευσης, ζωής, χαράς, δύναμης απ’ τη μία και από την άλλη πόνου, θλίψης, δυστυχίας.
Είναι αυτός που θα ‘πρεπε να συνοδεύει τις ευχές στα γενέθλια και στις γιορτές. Τόσο σημαντικός.
«Χρόνια πολλά, υγεία, τύχη κι έρωτα».
Από παιδιά ασχολούμαστε μαζί του. Η πιο καυτή ερώτηση από τότε ήταν το «ποιόν αγαπάς;».
Κι εσύ που τον σνομπάρεις το ξέρεις καλά. Χωρίς έρωτα δεν υπάρχει χρώμα πουθενά. Ακόμη και στα θρίλερ ο πρωταγωνιστής είναι ερωτευμένος με την πρωταγωνίστρια. Οι περιπέτειες πάντα τελειώνουν με ένα φιλί κι ο Κλαρκ Κεντ δεν θα ήταν ίδιος χωρίς τη Λόις Λέιν.
Μέχρι και ο πόνος που προκαλεί πολλές φορές είναι καλοδεχούμενος. Δίνει την αίσθηση της ζωής.
Αυτό που δεν αντέχεται είναι το κενό του. Η φάση που βρίσκεσαι όταν δεν υπάρχει. Όταν ο προηγούμενος έχει τελειώσει οριστικά κι ο επόμενος ψάχνει τη γωνία που θα σου την στήσει.
Αλλόκοτη κατάσταση. Παράξενη. Πέφτεις για ύπνο και; Κενό. Κοιτάς το κινητό αδιάφορα. Δεν έχεις καμιά λαχτάρα να χτυπήσει από κάποιον.
Βγαίνεις έξω και το βλέμμα δε γυρίζει σα φάρος περιπολικού, μήπως και τον συναντήσεις κάπου.
Δεν παίρνεις τις φίλες σου τηλέφωνο άγριο χάραμα να ζητήσεις τις συμβουλές τους.
Ακούς τα τραγούδια ύμνους και δεν ξέρεις που να τα αφιερώσεις.
Και το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι θέλεις σαν τρελή να ερωτευτείς. Θέλεις να φωνάξεις ότι είσαι εδώ και τον περιμένεις κι αναρωτιέσαι γιατί αργεί να φανεί, πού μπορεί να χάθηκε και τι έχεις κάνει λάθος.
Αυτό το κενό είναι τόσο βαρετό κι ανυπόφορο.
Σου λείπει εκείνο το μπουρδούκλωμα στο στομάχι και οι εκατόν είκοσι εφτά σφίξεις το λεπτό.
Κάνεις υποθέσεις για το πώς θα είναι ο νέος, πολυπόθητος έρωτας. Τον φαντάζεσαι πότε μελαχρινό και πότε ξανθό, με μπλε ή πράσινα μάτια, με κοιλίτσα ή φαλάκρα αναλόγως τη διάθεση.
Του δίνεις όνομα και πλάθεις ιστορίες. Όπως και ελαττώματα για να τον κάνεις άνθρωπο κι όχι το φάντασμα που είναι.
Και κάπως έτσι το κενό αποκτά λίγο ενδιαφέρον, μια περιπέτεια.
Ζεις μια ζωή που κρατάει από ένα λεπτό μέχρι αρκετή ώρα, ώσπου να σε πάρει ο ύπνος. Αν θέλεις τη συνεχίζεις την επόμενη μέρα. Σαν σήριαλ. Το δικό σου σήριαλ.
Δεν τολμάς να πεις πουθενά όλα αυτά τα όνειρα γιατί μπορεί να σε περάσουν για τρελή. Οι ερωτευμένοι θα σου πουν να κοιτάξεις να βρεις σάρκα και οστά, οι απογοητευμένοι θα σου πουν πως καλύτερα που είσαι μόνη κι έχεις το κεφάλι σου ήσυχο και οι υπόλοιποι θα σου προτείνουν διακοπές γιατί μάλλον χρειάζεσαι ξεκούραση.
Δεν είναι ότι θα πάθεις κάτι αν μείνεις και έξι μήνες χωρίς να είσαι ερωτευμένη με κάποιον, είναι αυτό το κενό που ουρλιάζει «γέμισέ με».
Κι αυτό το κενό δε γεμίζει με σεξ της μιας νύχτας ή και περισσότερων. Θέλει συναισθηματική τροφή, θέλει χτίσιμο μέρα με τη μέρα.
Ξέρω ότι υπάρχουν κι άνθρωποι που το αποζητούν αυτό το κενό. Θέλουν να μηδενίσουν και ν’ αρχίσουν από την αρχή. Αυτοί που κουράστηκαν ίσως, να πονούν και να κάνουν πισωγυρίσματα.
Ναι, σ’ αυτές τις περιπτώσεις το κενό αποτελεί λύτρωση, ανάσα κι αφετηρία.
Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε με το κενό αυτό διάστημα είναι να θέσουμε νέες βάσεις και νέους στόχους. Να αντιληφθούμε τι ζητάμε και να αναζητήσουμε τρόπους να το πετύχουμε.
Ας αγαπήσουμε προς το παρόν αυτό το κενό μας κι ας ευχηθούμε να γεμίσει με τον έρωτα που λαχταρούμε.
«Δε μπόρεσα να σ’ αντικαταστήσω με κανέναν. Όχι γιατί ήσουν αναντικατάστατος απλώς γιατί από έρωτα σε έρωτα πάντα μεσολαβεί λίγο κενό.» Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Ώσπου να πεις κύμινο Ανάμεσα σε δυο στιχάκια όνειρα παράπεσε libido λυρισμός



δεν έχει δάχτυλα η σιωπή να την μετρήσεις
δεν έχει κύκλους ο ουρανός να τους διαβείς
και μια λέξη ολομόναχη στους αυτουργούς ανέμους,
φεγγαροντυμένη χρώματα και ερημίας ήχο
μπαινοβγαίνει εφήμερα στη βουβή θεομηνία της


μπαίνουμε ο ένας στο κορμί του άλλου
γινόμαστε για κλάσματα του δευτερολέπτου
μια κραυγή, ένας σπασμός, βάρβαροι ποιητές
κι ύστερα
ώσπου να πεις κύμινο,
πάλι μόνοι σε παράλληλους δρόμους,
λέξεις πτερόεσσες γυμνές απ’ το φωνήεν τους
στο καταπέτασμα της συμφωνίας στίχων

έλα λοιπόν να θυμηθώ με όνειρα τη μελωδία της σιωπής

Τάσος Κάρτας, Επιδείνωση Άστατου Ποιήματος (σμήνος μνήμες πουλιών αεί και νυν μέσα στην Νοσταλγία)
[Αυτοσαρκάζοντας τον αδιέξοδο ποιητικό μου οίστρο δολώνω μ’ άδειους στίχους αγκίστρια SMS μήπως και πετύχω μεστή τη διάθεσή σου για ονειροπολήσεις… Είπαμε όσα δε φτάνει η αλεπού… τα κάνει λυρισμό και ωραία λόγια – να ’χουμε κάτι να κρυβόμαστε πίσω απ’ τις εικόνες των λέξεων μας με το γόρδιο χρησμό τους… Η Ποίηση του καθενός δική ελπίδα υποτέλειας]

Μια φεγγαροντυμένη ελάνθανε στην προσμονή Εσωτερικός μονόλογος, όταν ο ποιητής μέσα μας δεν λέει να σωπάσει



Μακριά, πολύ μακριά στα σύννεφα
στην Ατλαντίδα γη της Ποίησης,
μια φεγγαροντυμένη ελάνθανε στην προσμονή
παλίντονου  αρμονίας λέξεων,
που κόκκαλα δεν έχουν
και επιούσιο Ρέμβη ριζώνουν
απ’ τον αιώνα κι ως τα ρίγη αυτής της νύχτας
που σεληνιάζεται ανερμάτιστα
στα σύννεφα του χθεσινού λυγμού


Όνειρα δεμένα
 στην άτονη λήγουσα παντός επιστητού σώματος,
απ’ την πλευρά μιας εφήμερης αιωνιότητας λέξεων
Ονειροπόλημα Πανσέληνου
στάσιμης στον αμφίσημο χρησμό της
Κι εσύ, Ουρανέ, σε ποια γλώσσα μου διαβάζεις
τα γαλάζια σου γράμματα;
Στη γλώσσα της ατέλειωτης σιγής
κρυμμένων αστεριών
κιβωτός χρωμάτων επιούσιας ομοιοκαταληξίας
προσπέλαση παραμυθιού

ναύλος για τη λινή κοιτίδα κυριολεξίας επίνειο του τμήματος μεταγωγών των στίχων

Τάσος Κάρτας, Επίνειο Νοσταλγίας Μαγικού Ρεαλισμού (ένας στίχος που είναι να βγει… οὐκ ἐᾷ με καθεύδειν)
[Ένα στίχο παντογνώστη αφηγητή ονειρεύομαι με εσωτερική εστίαση συν πλην ουσίας, αίφνης ονειροδίαιτο δυο κατά λέξη δισταγμών, μηδέν εις το πηλίκο υψικαμίνου σώματος… Νόστιμον Ήμαρ μεταξένιων συνειρμών στον πηγαιμό για την Κολχίδα της Ποίησης κάθε τρεις και τόσο μ’ άλλο στιχοπουκάμισο]

Θάματα καμωμένα από διφορούμενες λέξεις Αντικατοπτρισμός ασέληνης νύχτας που πάντα μέσα μου παλιννοστεί πανσέληνος


μια λέξη εφήμερη απ’ τα φεγγάρια της
ολόγυμνη έτσι κι αλλιώς
στη βουβή θεομηνία βάρβαρου ποιητή
που νήστεψε τα βλέμματα
που άστραφταν  τα χρώματα
σφύζοντας συννεφιασμένες σιωπές
ερημίας έσω


θάματα καμωμένα από διφορούμενες Λέξεις
που έμοιαζαν ανάσκελα
κύματα σε μια στιγμή αποθέωσης
έρημα σαν την αγάπη,
ενδεχόμενα σαν «σ’ αγαπώ» 
Αναγκαία Λήθη σαν πόλεις Ανέμου  
που σπάνε στα βράχια σαν απουσία
που ξεριζώνει κάτι αγριολούλουδα χαράματα
και πώς να την εκλάβεις τόση φλυαρία ονείρου
ανάμεσα σε δυο εκλάμψεις στιγμιαίου για πάντα

Μισθοφόρος ρέμβη με διάθεση για Ποίημα δι’ ευχών των αναμνήσεων θάλασσας ανέμου μαινόμενων για πάντα…

Τάσος Κάρτας, Επιδείνωση Άστατου Ποιήματος (σμήνος μνήμες πουλιών αεί και νυν μέσα στην Νοσταλγία)
[Αυτοσαρκάζοντας τον αδιέξοδο ποιητικό μου οίστρο δολώνω μ’ άδειους στίχους αγκίστρια SMS μήπως και πετύχω μεστή τη διάθεσή σου για ονειροπολήσεις… Είπαμε όσα δε φτάνει η αλεπού… τα κάνει λυρισμό και ωραία λόγια – να ’χουμε κάτι να κρυβόμαστε πίσω απ’ τις εικόνες των λέξεων μας με το γόρδιο χρησμό τους… Η Ποίηση του καθενός δική ελπίδα υποτέλειας]

Φρυκτωρία στίχων λευκό πανί Είναι κρυφή η στιγμή που θα σε πάρει επιθυμία λέξεων για φιλιά


παρά ένα φιλί πανσέληνος κι απόψε
στο παραμύθι στο όνειρο υγρά φιλιά
γέμισε ο ουρανός σύννεφα άνθη, σύρε κόψε
να παίζεις έρωτα μες τη νυχτιά


παρά ένα φιλί ολόγιομη η αγκαλιά
λέξεις και χρώματα σαστισμένοι φρουροί
ξυπνούν οι αισθήσεις με τα φιλιά
φρυκτωρία στίχων λευκό πανί

Φεγγάρια του έρωτα σ’ όλο το σώμα, απ’ την επιθυμία του πού να κρυφτείς

Τάσος Κάρτας, Έρμαιο Επέκεινα Λερναίας Εμμονής Χρυσηίδων Ρέμβης (Από μηχανής Θεοί λέξεων Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας)
[Τόσα χρόνια μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, γράφω και ξαναγράφω αυτό το Φαύλο Δούρειο Στίχο, λευκή και απρόσιτη παρομοίωση στ’ αναφορικό φεγγαρόφωτο σαν την αμείλικτη σιωπή, απλή σκέψη πτερόεντος λόγου άμεμπτων συμβολισμών Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας, αναστενάρισσα στον πόθο μιας στιγμής]

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Εισαι η τελειοτητα της Αγαπης μου



Mπορεις να μου δινεις την αγαπη σου καθε μερα,
κανεις τη ζωη μου πιο πληρη απο καθε αποψη,
εχεις παρει μακρια την μοναξια μου
και με ελευθερωσες απο την αβυσσο
με την τελειοτητα της αγαπης σου
ψυχη μου, που εκπληρωνεις
το πεπρωμενο της ζωης μου..
Πριν στη καρδια μου ηταν σφραγισμενο το απολυτο κενο,
και στη ψυχη μου βασιλευε εν ζωη μονο το σκοταδι..
Ηρθες εσυ και μου πηρες το σκοταδι
και μου παρεδωσες το φως απο την τυφλωση
που μου στερουσε το θεαμα της ζωης..
Το τελος της ζωης μου ηταν στο μυαλο μου
απο την ζωη που δεν μπορουσα να βρω,
ενιωθα μοναξια, ενιωθα φοβο
σιωπηλα εκλαψα πολλες φορες
με το ματωμενο δακρυ μου..
Απ το μελλον μου δεν μπορουσα να σε δω,
κι ομως, ηταν γραφτο να σε συναντησω,
ηταν γραμμενο απ την μοιρα μας εμεις οι δυο να βρεθουμε..
Δεν φοβαμαι πια, δεν στανοχωριεμαι πια,
δεν μπορω ουτε ενα ματωμενο δακρυ να ριξω πια..
Μου εδωσες την ελπιδα που δεν ειχα,
μου εδωσες την μεγαλη δυναμη για να συνεχισουμε
αγκαλιασμενοι να προχωρησουμε..
Εισαι η δυνατοτερη γυναικα που εχω γνωρισει ποτε,
κι εγω στεκομαι διπλα σου γιατι νιωθω πλεον πολυ δυνατος
δυνατος για ολα, ακομη και για το τιμημα ψυχη μου..
Σ´αγαπω αγαπη μου και στο λεω, σε αγαπω περισσοτερο
καθε μερα..
Σε αγαπω αγαπη μου για οσα εκανες για μενα,
σ´αγαπω για οσα εκανες για μας
και σ´αγαπω για οσα κανεις..
Σ´αγαπω.


Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

Έρωτος εγκώμιο


Πρέπει να φοράμε τα βίτσια μας δίχως βιασύνη,
σαν ένα μανδύα βασιλικό. Σαν ένα φωτοστέφανο
του οποίου την ύπαρξη αγνοούμε,
που προσποιούμαστε ότι δεν αντιλαμβανόμαστε.
Μονάχα πλάσματα με ιδιοτροπίες υπάρχουν.

Σεζάρ Μορό, Έρωτας μέχρι θανάτου


Στο "Μητριάς εγκώμιο" ο Μάριο Βάργκας Γιόσα αφηγείται τον έρωτα του Ριγομπέρτο για τη σύζυγό του, τη Λουκρητία. Η επιλογή του ονόματος της ηρωίδας δεν είναι τυχαία φυσικά. Το ζευγάρι ζει έναν έρωτα πρωτόγνωρο και για τους δυο, και τολμούν να πιστέψουν πως η ευτυχία είναι εφικτή και τη γεύονται καθημερινά.

Η ευτυχία είναι πρόσκαιρη, ατομική,  σε εξαιρετικές περιπτώσεις δυαδική, σπανιότατα τριαδική και ποτέ συλλογική, κοινοτική. Είναι κρυμμένη, μαργαριτάρι στο θαλάσσιο κοχύλι της, σε ορισμένες τελετουργίες, ή επίσημες ασχολίες που προσφέρουν στον άνθρωπο λάμψεις ή αντικατοπτρισμούς της τελειότητας.
Ευτυχία δεν νοείται απομακρυσμένη από την ηδονή, η ψυχή και το πνεύμα δεν μπορούν να υπάρξουν αν η δική τους τροφοδότηση δε συνοδεύεται και από τη σωματική ευχαρίστηση. Ο άνθρωπος είναι πρώτα σώμα, και το σώμα ένας χάρτης γεμάτος ερωτογενείς ζώνες, καμία από τις οποίες δεν πρέπει να αγνοείται. Οπίσθια, πρωκτός, πόδια, αυτιά, στόμα, μύτη, μασχάλες, το καθένα παίζει το δικό του ρόλο στην ερωτική μέθεξη, απαιτεί άλλου είδους φροντίδα και ικανοποιεί μία από τις πέντε αισθήσεις.

"Άσε με να ακούσω τα στήθη σου" θα μουρμούριζε και, προσαρμόζοντας ερωτικά, πρώτα τη μία και ύστερα την άλλη, τις θηλές της συζύγου του στην υπερευαίσθητη σπηλιά των αυτιών του -εφάρμοζαν το ένα μέσα στο άλλο σαν πέλμα μέσα σε μοκασίνι, θα τις αφουγραζόταν με τα μάτια κλειστά, ευλαβής και εκστατικός, απορροφημένος όπως κατά την ύψωση της όστιας, ώσπου να ακούσει να ανεβαίνουν στη γήινη αγριάδα κάθε ρώγας, μέσα από υπόγεια σαρκικά βάθη, κάποιοι υπόκωφοι ρυθμοί, ίσως το λαχάνισμα των πόρων καθώς άνοιγαν, ίσως ο κοχλασμός του ταραγμένου από τη διέγερση αίματός της.

Οι θόρυβοι του σώματος ολοκληρώνουν το είναι των δύο εραστών, είναι ένα κοντσέρτο που συμπληρώνει μουσικά τα σώματα και σκιαγραφεί το ηχητικό τους πρόσωπο. Τα υγρά του κορμιού ικανοποιούν την αίσθηση της γεύσης.

Όταν γελάει, οι θηλές της σκληραίνουν και ανασηκώνονται σαν να τις θηλάζει κάποιο αόρατο στόμα, και οι μύες του στομαχιού της πάλλονται κάτω από το λείο, με γεύση βανίλιας, δέρμα, φέρνοντας στο νου τον πλούσιο θησαυρό των ζεστών υγρών των απόκρυφών της. 

Ενώ οι οσμές που αναδύουν τα σώματα ικανοποιούν την όσφρηση.

Όσο μυρίζεις έτσι, θα είμαι σκλάβος σου.  

Ο Ριγομπέρτο αγγίζει την αγαπημένη του, αλλά το μεγαλείο της αφής δεν  είναι αρκετό. Αντιμετωπίζει το σώμα της σαν ένα ναό, μέσα στον οποίο τελείται ένα θρησκευτικό μυστήριο και σ΄ αυτό ο πιστός οφείλει να συμμετέχει ολικά· να αγγίζει, να εισπνέει, να οσφραίνεται, να γεύεται, να ορά. Κατά τη διάρκεια του μυστηρίου το μυαλό γεμίζει άσεμνες φαντασιώσεις, ηθικές και θρησκευτικές προκαταλήψεις ακυρώνονται, το κορμί υπερφορτώνεται με επιθυμίες. 

Για να ικανοποιήσουν την αίσθηση της όρασης οι δυο εραστές περιδιαβαίνουν στο χώρο της τέχνης. Ο Ριγομπέρτο διατηρεί μια κρυφή συλλογή έργων τέχνης και τη μοιράζεται με τη σύζυγό του. Κοιτούν τα έργα μαζί, τα σχολιάζουν αναζητώντας έμπνευση για τον έρωτά τους  και τις νύχτες τα ενσαρκώνουν. Κάθε βράδυ στο κρεβάτι τους ο Ριγομπέρτο ρωτά τη Λουκρητία "Τι είσαι;" κι εκείνη υποδύεται ένα άλλο πρόσωπο, ζωντανεύει μπροστά του μια μυθική μορφή και μ' αυτόν τον τρόπο η τελετουργία ολοκληρώνεται. Η επιλογή παρουσιάζει και αφηγηματικό ενδιαφέρον καθώς σε εμβόλιμα κεφάλαια του βιβλίου το έργα τέχνης ζωντανεύουν και αναλαμβάνουν το ρόλο του αφηγητή, εγκιβωτίζοντας στο έργο μια ενδιαφέρουσα πινακοθήκη.

[...] περιμένοντας τον καλλιτέχνη του μέλλοντος που, παρακινημένος απ' την επιθυμία, θα μας αιχμαλωτίσει στα όνειρα και, μεταφέροντάς μας στο πανί με το πινέλο του, θα πιστεύει πως μας επινοεί. 

Τον έρωτα των δύο συζύγων επισκιάζει ο πόθος του μικρού Αλφόνσο, γιου του Ριγομπέρτο από προηγούμενο γάμο του, για τη μητριά του. Όσο η Λουκρητία διατηρεί ερωτικές σχέσεις με τον έφηβο, ο έρωτάς της για το σύζυγό της βαθαίνει, εμπλουτίζεται, εξωθείται σε άκρα που ξεπερνούν κάθε φαντασία. Το ειδύλλιο που ανθίζει μεταξύ των δυο τους δεν της γεννά κανέναν ηθικό φραγμό, κανένα δίλημμα, κανένα ερωτηματικό, καμιά ενοχή. Η ομορφιά του έρωτα επιτρέπει κάθε ελεύθερη συνύπαρξη. 

Το τέλος όμως είναι εφιαλτικό. Το ερωτικό τρίγωνο παρουσιάζεται ως αμάλγαμα διαστροφής και αρετής, αγιοσύνης και αμαρτίας, και τελικά γκρεμίζεται σαν χάρτινος πύργος. Ο Γιόσα εγκωμιάζει τον ελεύθερο έρωτα ή τον καταγγέλλει; Μπορεί να υπάρξει ή είναι από τη φύση του αδιέξοδος;

Είμαστε αδιάντροποι; Είμαστε απόλυτοι και ελεύθεροι μάλλον, και γήινοι όσο δεν παίρνει άλλο. [...]
Έχουμε χάσει επώνυμο και όνομα, πρόσωπο και μαλλιά, την αξιοπρεπή όψη και τα πολιτικά μας δικαιώματα. Έχουμε όμως κερδίσει μαγεία, μυστήριο και σωματική απόλαυση. Ήμασταν μια γυναίκα κι ένας άντρας, και τώρα είμαστε εκσπερμάτωση, οργασμός, έμμονη ιδέα. Έχουμε γίνει ιεροί [...] 
Τώρα πάψε να κοιτάς. Τώρα κλείσε τα μάτια. Τώρα, δίχως να τ' ανοίξεις, κοίταξέ με και κοιτάξου έτσι όπως μας παριστάνουν σ' αυτό τον πίνακα που τόσο πολλοί κοιτούν και τόσο λίγοι βλέπουν. Τώρα πια ξέρεις πως, πριν ακόμα γνωριστούμε, αγαπηθούμε, κάποιος, με πινέλο στο χέρι, απεικόνισε προκαταβολικά αυτή τη φοβερή δόξα, στην οποία θα μας μεταμόρφωνε, κάθε μέρα και κάθε νύχτα του αύριο, η ευτυχία που μάθαμε να επινοούμε. 

***
 
Μάριο Βάργκας Γιόσα, Μητριάς Εγκώμιο, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1998.

Στην εικονογράφηση της ανάρτησης έργα του Φρανσουά Μπουσέ.