Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

mon amour




mon amour
Αυτο ειναι εσυ που λατρευω,
σ´αγαπω περισοτερο κι απ τον ηλιο του ουρανου μας
ειμαι ευλογημενος απο την αγαπη σου ψυχη μου.
Εισαι η ουσια της ευτυχιας αφαιρωντας τη θλιψη,
εισαι ο ηλιος της μερας μου, και το φεγγαρι της νυχτας μου
εισαι τα αστερια του ουρανου που λαμπουν τοσο φωτεινα,
ο αερας που αναπνεω, ο παλμος της καρδιας μου,
και ο αιωνιος δεσμος μου..
Μεσα σε ολον αυτον τον κοσμο
εσυ κανεις το συνολο και μου δινεις ηρεμια στη ζωη μου,
που μου δινεις εσυ ψυχη μου..
Αγαπη μου, Αγαπη μου
εσυ εισαι
το
πεπρωμενο μου
εσυ
μονο.



Εχω την αναγκη..



Εχω την αναγκη
απο μια αγκαλια
αλλα οχι απ τον καθενα,
θελω μονο απο ´σενα
ψυχη μου..



Θα χορέψω απόψε στο ρυθμό σου ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ




Γνώρισα τον κόσμο από σένα
Λίγα δευτερόλεπτα αρκούν
Μία λέξη φτιάχτηκε από αίμα
Την ακούνε όλοι και γελούν
Θα πιέσω τώρα το κουμπάκι
Για να έρθω κάπου εκεί κοντά
Είναι τώρα πλέον πια η ώρα
Για να σε φωνάξω έρωτα

Θα χορέψω απόψε στο ρυθμό σου
Στο δικό σου μα και της καρδιάς
Μέσα από τη φλόγα των χειλιών σου
Την ψυχή μου πια εσύ κρατάς

Θα πατήσω πάνω εκεί στις νότες
Που πατούσες κάποτε κι εσύ
Άνοιξε του έρωτα τις πόρτες
Να πετάξουμε σαν άγγελοι

Χάρισε στον ήλιο δυο ακτίνες
Από των ματιών σου το βυθό
Δείξε του τον τρόπο για να λάμψει
Όπως λάμπω εγώ, όταν σε κοιτώ
Χάρισε στη νύχτα δυο αστέρια
Από των ματιών σου το θησαυρό
Κάνε την να νιώσει πως υπάρχει
Για κάτι τόσο μοναδικό… σ’αγαπώ

Πάνω στη νύχτα θα αφήσω ότι αγάπησα




Πάνω στη νύχτα θα αφήσω ότι αγάπησα
Να το σκεπάσει μια απέραντη μαυρίλα
Να μη θυμάμαι με τι βήματα περπάτησα
Για να αγγίξω αυτήν την κατρακύλα

Στον άνεμο θα αφήσω ότι έλεγα
Να τα σβουρίξει με απέραντη μανία
Σαν μια σπασμένη αλυσίδα από ντόμινο
Τα λόγια τότε που ονόμαζα ευτυχία

Κι όταν αγγίξω από το τέλος την αρχή μου
Όταν δεχτώ την αμνησία σαν ποινή μου
Τότε θα βγάλω μπρος τον ήλιο μια ανάσα
Για να νιώσω όσα έδιωχνες μέσα από
Τη βροχή του ψέματος σου

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

σφυγμοί λυγμών




Με όρθιους σφυγμούς
αναζητώ λύτρωση
βυθισμένων πλανητών
Αποκύημα όνειδους
από κραυγή διαπεραστική
παιχνιδιών παιδικών
τιτάνων που αναλήφθηκαν
δίχως να γελάσουν.
Σε στιγμές προσφώνησης
στα προσκλητήρια των οάσεων
οι ήλιοι μίκραιναν,
κι ο χαμός αρπάζονταν
όσο βυθίζονταν οι άγκυρες
με σκισμένα καλσόν –
δίχτυα που σκάλωσαν
σε στροφές ρεμπέτικες
αργής ιερουργίας –
κι οι γκόμενες θρηνούσαν
στο χορό που πάγιαζε
πολιτεία μαστουρωμένη
στο περβάζι της αμαρτίας,
με γόπες και παρεκτροπή –
ανίατη οσμή
κυρτών βλεμμάτων
από βλήματα παγκοσμίων
των τότε χρόνων
που άχρονοι καθιερώνονται
στον απόπλου μιας τελείας
σε βίους δαιμόνων
και παραλλαγών ζωής.
Οι περιπέτειες που δεν άρχισαν
και δεν τέλεψαν ποτέ,
κι αν αμφισβητούνται,
επιπλέουν συμπαγείς.
Τ’ αστέρι με χαράζει αλήτη
που πίστεψα το νοτιά
και οι κυνόδοντες –
μαρμάρινα φτερά –
τινάζουν τους αιώνες
στο στήθος της
μικρής μου πόρνης
που άγιασε την αμαρτία.
Και τρελαίνομαι
στον απόλυτο ουρλιαχτό
ανένταχτος σε εντολές
προδομένος δότης
με ψέμα ρολόι
και ματωμένες προσευχές.

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

της λήθης το σκοτάδι- Χαΐνηδες


Σωπάσανε οι μούσες
γι’ αυτά που τραγουδούσες
πριν χρόνια... π’ αγαπούσες,
και γυρνά
η θύμηση μονάχη
σ’ εξόριστου τη ράχη,
κι ό,τι έμεινε κι υπάρχει
σε γερνά.

Στης λήθης το λιμάνι,
ανάγκες σου έχεις κάνει
ό, τι θαρρούσες πλάνη
μια φορά.
Δικό σου είναι μαράζι,
που πια δε σε τρομάζει.
Στα χρόνια λες πως μοιάζει
η φθορά.

Της λήθης το σκοτάδι
ξεγέλασε τον Άδη,
που βγήκε από πηγάδι
και σκέφτηκε στη γη
ν’ αλλάξει τ’ όνομά του,
το χρώμα του θανάτου,
να μοιάσει τ’ άρωμά του
στου ρόδου την αυγή.

Στου κόσμου τις πατρίδες,
του πλούτου σκύλους είδες
να γλείφουνε χλαμύδες
κι η κραυγή
βαρύς σταυρός στην πλάτη,
σ’ ένα άδειο μονοπάτι,
πονεί της γης τ’ αλάτι
στην πληγή.

ΣΟΥΤΣΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΚΟΡΜΙ ΜΟΥ...



Και τώρα κορμί μου
μεταξύ μας:

θα σου γνωρίσω
την προσέγγιση του απείρου.

Από τα βάθη σου
ξεκινούν οι ορίζοντες.

Και οι φωτιές ανάβουν
τη στιγμή της αυτογνωσίας σου.

Τώρα θα σου απονείμω
τις τιμές που σου ανήκουν.