Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Σπανουδάκης Σταμάτης~προσωπα

Η Στιγμή Σου Σε Ένα Ποίημα







Τον Αργύρη Χιόνη τον γνώρισα όταν ήδη είχα κατασταλάξει σε ποια
ποιητικά μονοπάτια μου άρεσε να περιδιαβαίνω και  τότε η πορεία μου
απέκτησε έναν ακόμα σταθμό . Μόνο που αυτοί οι σταθμοί δεν είναι για να 
ξεκουράζεται κανείς αλλά για να βασανίζεται … κι όποιος δεν έχει 
ζαλιστεί και ξοδέψει φαιά ουσία για έναν στίχο τότε δεν καταλαβαίνει 
τι θέλω να πω.
Θα σημειώσω  δυο τρία δικά του κομμάτια που τα νοιώθω σαν πηγή
δροσερού νερού μέσα μου και θα βάλω την Ιροντίνα Κάνδραλη με την
καθάρια φωνή της να τα συνοδέψει σε μουσική Σ. Σπανουδάκη από
την ταινία του Π. Βούλγαρη «Νύφες». Είναι μια ερμηνεία που κυλά
αβίαστα μέσα στο κορμί, τυλίγεται στα σωθικά και ελευθερώνει την
σκέψη. Ταιριάζει κατά την ταπεινή μου γνώμη με τους παρακάτω
στίχους και ειδικά με το Χαϊκού που θα μπορούσε να είναι το επιμύθιο
αυτής της μελωδικής παρέμβασης.
Όσο για την εικόνα στην αρχή... αυτό το αφήνω στα μάτια της ψυχής σας. 





Το πρώτο είναι ένα Επίγραμμα… ο απόλυτος Έρωτας …

Δεν είμαι τίποτα
Είμαι αέρας στο στόμα σου
Είμαι μόνο
Η πιθανότητα μιας λέξης
Με προφέρεις και υπάρχω

Το δεύτερο είναι από την ποιητική του συλλογή «Το Υπόγειο» και φυσικά δεν μιλά 
για λίμνες , ούτε για ποτάμια και νερά τρεχούμενα….

Υπάρχουνε υπόγειες λίμνες, υπόγειοι ποταμοί
που τίποτε δεν αντικαθρεφτίζουν (αστέρια ή φεγγάρια)
ούτε και κατοικούνται ή διαπλέονται από τίποτε
(ψάρια ή σκάφη). Υπάρχουνε, απλώς, κάτω
απ' τα πόδια μας. Κάποτε κάποτε, τροφοδοτούν
κάποιο πηγάδι, κάποια πηγή, δροσίζουνε τα σπλάχνα
και το μέτωπό μας. Τόσο ταπεινά, τόσο αθόρυβα
βγαίνουν στην επιφάνεια αυτές οι υπόγειες δυνάμεις.

Το τρίτο είναι με τίτλο «Τα χέρια» από την ποιητική του συλλογή  «Λεκτικά Τοπία» 
και σκεφτείτε πόσο περισσότερο θα μπορούσαμε πράγματι να χρησιμοποιούμε αυτά 
τα ευλογημένα χέρια μας….

Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν - τάχα χαιρετώντας - σ' άλλους
Τ' αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή - το χειρότερο - τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα.

Θα τελειώσω με ένα τέταρτο κομμάτι … ένα Χαϊκού του Αργύρη Χιόνη… 
Πόσο χαμένη ζωή είναι αλήθεια  η μοναξιά!

Θεέ μου, τι αόρατο
ναυάγιο που είναι
η έρημη ζωή!





Η σημερινή ανάρτηση βασίζεται σε μια ιδέα της Μαρίας και
βρήκε αρκετούς αποδέκτες μέσα στον μπλογκοχώρο.... 



Levina





Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Αφιερωμένο ...

Α! τι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα,
αν είναι νάρθει θε ναρθεί, δίχως να νοιώσεις από πού,
και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβημένα
θε να σου κλείσει απαλά με τ' άσπρα χέρια της τα δυο
τα ματια που κουράστηκαν τους δρομους να κυττάνε'
κι όταν, γελώντας, να της πεις θα σε ρωτήσει: "ποια είμαι εγώ;"
απ' της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποια 'ναι.
Δεν ωφελεί να καρτεράς! Αν είναι νάρθει, θε ναρθει'
κλειστά όλα νάναι, αντίκρυ σου να στέκεται θα δεις ορθή
κι ανοίγοντας τα χέρια της πρώτη θα σ' αγκαλιάσει.
Αλλιώς, κι αν είναι όλοφωτο το σπίτι για να την δεχτείς
κι έτσι ως την δεις τρέξεις σ' αυτήν κι ομπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι νάρθει θε ναρθει, αλλιώς θα προσπεράσει.
Κώστας Ουράνης

Μια νύχτα ...

Diamond-Night.jpg
Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,
κρυμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.
Απ' το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,
το ακάθαρτο και το στενό. Από κάτω
ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών
που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.
Κ' εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι
είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη
τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης -
τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώρα
που γράφω, έπειτ' από τόσα χρόνια!,
μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Καλημέρα ήλιε!



Καλημέρα ήλιε! Ανέτειλες κιόλας?
Πες μου... από κει πάνω...
Πόσο μεγάλη φαίνεται η αγάπη μου?
Η ψυχή που αγάπησα είναι απ' αυτές
που κατοικούν στην γειτονιά του ήλιου.
Είναι απ' αυτές που έκρυψε
μέσα τους ο Θεός την αλήθεια...
Κάποτε οι άγγελοι τίναξαν
τα φτερά τους πάνω απ' τη γη.
Από τότε κάποιες ψυχές λάμπουν παράξενα...
Γεια σου μικρέ μου ουρανέ...
άσε με απόψε να γίνω αστέρι σου...
εγώ θα σου τραγουδώ
και εσύ θα μ' αγκαλιάζεις... Θέλεις?
'Οταν καθρεφτίζεσαι στο βλέμμα μου
και λες πως μ' αγαπάς,
τότε ο Θεός γέρνει πάνω απ' τη γη
και συνεχίζει τη δημιουργία του...
'Οταν, ψάχνοντας να βρεις
την αγνότητα της ψυχής σου, προχώρησες
τόσο βαθιά, τόσο μακριά και βρεθείς
σε αδιέξοδο, στο τέρμα,
μπροστά σε ένα πανύψηλο τείχος...
Τότε να ξέρεις,
ότι πίσω από αυτό το τείχος
είναι το άπειρο..
η απεραντοσύνη της πανέμορφης ψυχής σου...
Εκεί θα με βρεις...
Να αιωρούμαι, να σ' αγαπώ.

Χριστίνα Φασούλα

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΟΥ ...

Τα γράμματά σου τα 'χω, Αγάπη πρώτη,
σε ατίμητο κουτί, μες στην καρδιά μου.
Τα γράμματά σου πνέουνε τη νιότη
κι ανθίζουνε την όψιμη χαρά μου.
Τα γράμματά σου, πόσα μου μιλούνε
με τις στραβές γραμμές και τα λαθάκια!
Τρέμουν, γελάνε, κλαίνε, ανιστορούνε
παιχνίδισμα τη ζούλια και την κάκια...
Το μύρο στους φακέλους που είχες ραντίσει,
του Καιρού δεν το σβήσανε τα χνότα.
Παρόμοια ας ήταν να μην είχε σβήσει
η απονιά σου τα ονείρατα τα πρώτα!
Τα γράμματά σου πάνε, Αγάπη μόνη,
βάρκες λευκές, τη σκέψη μου εκεί κάτου.
Τα γράμματά σου τάφοι· δεν τελειώνει
απάνω τους η λέξη του Θανάτου.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Νοσταλγία

Νοστάλγησα να καθίσω πάνω σ' ένα βράχο
σ' εκείνο τ' ακρογιάλι τ' αγαπημένο
κει που με δυο κολοκύθες κάτω απ' τις μασχάλες
τα πρώτα τσαλαβουτήγματα πρωτοθάρρεψα.
Νοστάλγησα το βουναλάκι, το βουτηγμένο στο λιοβασίλεμα,
κείνο το βουναλάκι π' αγνάντιαζε ως πέρατα τ' ορίζοντα,
και που με τα πρώτα χτυποκάρδια στα στήθη
το βασιόπουλό μου ονειρευόμουν τ' άπιαστο.
Νοστάλγησα τον πευκώνα τον μοσχομυρισμένο
και που πρωτόνοιωσα να με καίει η φλόγα της αγάπης
και που πρωτοχάραξε μια καρδιά μ' ένα βέλος
κι έγραψε τα ονόματά μας η πρώτη μου αγάπη.
Νοστάλγησα το λιμανάκι του νησιού μου
το λιμανάκι εκείνο που τόσες φορές με πήρε και μ' έφερε,
κει, που γυρνώντας απ' τις εξετάσεις μας,
στον Ποσειδώνα τα καλαμάρια μας θυσιάσαμε.
Καημένο μου νησί μου αγαπημένο,
μ' αγάπες, κλάματα, χαρές συνυφασμένο!
Όσο πιο μακριά σου βρίσκομαι, τόσο σε νοιώθω δικό μου,
μέσα στα βάθη της καρδιάς μου ανεξίτηλα χαραγμένο!
Αγγελική Μαραγκουδάκη - Βόλλνερ

Η Αγάπη

Α! τι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα,
αν είναι νάρθει θε ναρθεί, δίχως να νοιώσεις από πού,
και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβημένα
θε να σου κλείσει απαλά με τ' άσπρα χέρια της τα δυο
τα ματια που κουράστηκαν τους δρομους να κυττάνε'
κι όταν, γελώντας, να της πεις θα σε ρωτήσει: "ποια είμαι εγώ;"
απ' της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποια 'ναι.
Δεν ωφελεί να καρτεράς! Αν είναι νάρθει, θε ναρθει'
κλειστά όλα νάναι, αντίκρυ σου να στέκεται θα δεις ορθή
κι ανοίγοντας τα χέρια της πρώτη θα σ' αγκαλιάσει.
Αλλιώς, κι αν είναι όλοφωτο το σπίτι για να την δεχτείς
κι έτσι ως την δεις τρέξεις σ' αυτήν κι ομπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι νάρθει θε ναρθει, αλλιώς θα προσπεράσει.
Κώστας Ουράνης

'Εχεις μια γεύση τρικυμία



'Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια
- Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου' λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
'Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
'Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
'Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομά του
'Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας
'Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
'Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
'Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Οδυσσέας Ελύτης

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ' εμπροστά μας





Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.
Κ.Π. Καβάφης

Μαρία Νεφέλη ...

beauty.jpg
Ο Αντιφωνητής λέει:

Το Εγχειρίδιο

Πέσαν στον ύπνο οι βλάστημοι και να: βρήκε το θάρρος
το φεγγάρι μας να ξεμυτίσει. Μίλησε πάλι το βουνό
ιερές ακατανόητες έλξεις
από φύλλο σε φύλλο
το ελαφάκι του νερού και η κάππαρη.
Με το πλάι σταματημένα και αποκοιμισμένα
τ' άλογα πανύψηλα
και κάτου ως πέρα η μισή κοιλάδα στ' άσπρα.
Θάρρος. Τώρα. Είναι η στιγμή
να βγεις Θεέ μου από την αφάνεια.
Σε λουτήρες μέσα με πλακάκια λεία ωραίες γυναίκες
γέρνοντας μες στους υδρατμούς
σημειώνουν την απόκλιση: ο πλανήτης φεύγει.

Θα φανεί το κέλυφος γεμάτο τρύπες
μαύρες και αστραπές και αργά
θα γυρίσει ο άνθρωπος από το μέσα μέρος
εωσότου ολότελα χαθεί.
Θάρρος. Τώρα.
Την ηδονή να σώσω καν Θεέ μου.
Δώσε μου το εγχειρίδιο.
Είναι αγένεια
να κάνεις του Χάρου χειροφιλήματα. 
   


και η Μαρία Νεφέλη:


Κάθε φεγγάρι ομολογεί

Κάθε φεγγάρι ομολογεί και μες στα δέντρα κρύβεται μην
και το καταλάβεις

έχεις αναστατώσει τόσο τους καιρούς που μήτε ο ίδιος ξέρεις
από πού το μήνυμα θα λάβεις.
 
Εσύ 'σαι ο ένας απ' αυτούς που του 'δωσαν χαρτί μεγάλο
για να γράψει και δεν έστερξε την πέννα του να πιάσει
που του 'ρθε η τύχη σαν λακκάκι μες στο μάγουλο και που
δεν είπε μπάρεμ να χαμογελάσει.
Εσύ 'σαι αυτός που του ριξαν το  δίχτυ μέσα στο λουτρό να
τον σκοτώσουν μα κρατάει μες στο βασίλειο του ακόμη
που σπρώχνει την αγάπη απ' το παράθυρο κι ύστερα κλαίγεται
και λέει ότι τον αδικούν οι νόμοι. 

Κάθε φεγγάρι ομολογεί κι εσύ κάνεις πως τάχα δεν καταλαβαίνεις.
Ξέρεις ότι φορείς τον ήλιο - και ότι πριν εκείνο κατέβει εσύ ανεβαίνεις. 
 

Δίνε δωρεάν το χρόνο
αν θες να σου μείνει λίγη αξιοπρέπεια.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

KARYOTAKIS - ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΜΗΤΕ Ο ΕΡΩΤΑΣ

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΜΗΤΕ Ο ΕΡΩΤΑΣ...


ΕΡΩΤΑς.jpg
Τώρα που μήτε ο έρωτας μήτε η φιλία της φέρνει,
μήτε κι αυτό το μίσος μου παρηγοριάν, α, πώς
η ώριμη θλίψη μου κατά καιρούς τα περασμένα γέρνει,
της νιότης μου καρπός!
Χορδή η καρδιά μου δέχονταν το Μάρτη ανατριχίλα.
Ακόμα με συνέπαιρνε γλυκιά μια συλλογή
όταν το νέο Φθινόπωρο με μαραμένα φύλλα
εράντιζε τη γη.
ΕΡΩΤΑς1.jpg
Μια πεταλούδα επέταγε και την ακολουθούσα·
ήταν η απάρθενη ζωή μου, η ζωή του κόσμου, η μια.
Ο νους μου σάμπως ξύπνημα τη χαραυγή. Και η Μούσα
μού άγγιζε τα μαλλιά.
ΕΡΩΤΑς2.jpg
Δώστε μου τα παιδιάτικα χρόνια μου πόχουν γίνει
στην ηρεμία του δειλινού χρυσός, ωραίος καπνός,
τα χρόνια που 'ρθανε χαρά, πέρασαν καλοσύνη,
κι έφυγαν ουρανός.
Νάλετε πάλι στο πικρό χείλος μου την αχτίδα,
στα μάτια την ανθρώπινη και θεία σταλαγματιά.
Εξωτικό μπλάβο πουλί, φέρετε την ελπίδα,
χαμένη τώρα πια.
Και στο χλωμό μου μέτωπο για λίγο κάμετε ώστε
χίμαιρες, οραματισμοί σαν άστρα να κυλούν.
Οι άγγελοι να διατάζουνε, κι από τα τέμπλεα δώστε
οι θεοί να μου γελούν.
Ύστερα, στο κορύφωμα του απελπισμένου δρόμου,
ας ήτανε ανατέλλοντα τα μάτια σου να ιδώ,
πρώτη αγαπούλα, και να κράταες άνθος τ' όνειρό μου,
τ' όνειρο που μαδώ.
Α, πώς η λύπη μου κατά τα περασμένα στρέφει!
Όμοια και η νύχτα πάντοτε γυρίζει στο πρωί.
Α, πώς τα χρόνια σαν καπνός εχάθηκαν, σα νέφη,
σαν πάχνη, σα ζωή!

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

ψυχή μου


Dark.jpg
Παλιό η ψυχή μου γράμμα είναι κι εγράφη
σε μια παρθένα ωραία -- ευγενική
παρθένα -- που για λύπη ερωτική
το μοναστήρι εδιάλεξεν, ετάφη.
Τι τώρα κι αν ασπρίζουνε οι κροτάφοι;
Το τότε κι αν η μοίρα ήταν κακή;
Ενα συρτάρι εβένινον εκεί
των αναμνήσεων κρύβει το χρσάφι.
Την ώρα που γεμίζουν ίσκιο οι θόλοι,
καθισμένη σε πέτρα το κοιτά,
το σφίγγει στα ωχρά χέρια κλαίοντας όλη.
Επειτα, ενώ, με βλέφαρα κλειστά,
το φευγαλέο της όραμα κρατά,
σηκώνεται και πάει στο περιβόλι.

Με τον καιρό που πρόσχαρη ήταν νέα
-- αλίμονο! -- για να αναμετρηθεί,
για να 'βρει ένα σκοτάδι πιο βαθύ,
σέρνεται προς την πένθιμη αλέα.
Βαριά στη ζωή της έπεσε η αυλαία
κει δεν μπορεί καλά να θυμηθεί.
Το χείλος, μόνο ξέρει, δεν ανθεί,
δεν είναι πια τα μάτια της ωραία.
Κι όπως τα δέντρα ολόγυρα σιωπούν,
έτσι ποτέ για εκείνον που τη χάνει,
ποτέ δε θα 'ρθουν άνθρωποι να πουν.
Αχ, μήτε τ' όνομά του εδώ δε φτάνει!
Να ζει; Και παντα ναν τον αγαπούν;
Μην έχει τάχα -- σαν αυτή -- πεθάνει;

Είσαι, ψυχή μου, η κόρη που τη σβήνει
ολοένα κάποιος έρωτας πικρός,
που λησμονήθηκε κοιτώντας προς
τα περασμένα, κι έτσι θ' απομείνει.
Κατάμονη σε μι' άκρη, όπως εκείνη,
σε παρατούν ο κόσμος, ο καιρός.
Ενας ακόμη θα 'σουνα νεκρός,
αν οι νεκροί δεν είχαν τη γαλήνη.
Σαν αδερφούλα η κόρη αυτή σου μοιάζει
που γέρνει, συλλογίζεται και αργεί
χαμένην ευτυχία να νοσταλγεί.
Δικό σου λέω, ψυχή μου, είναι μαράζι
όσα, το βράδυ, δάκρυα, την αυγή,
στα ρόδα κατεβαίνει και μοιράζει.

Κώστας Καρυωτάκης

Iθάκη της καρδιάς μου ...



Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ'έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ - ΙΘΑΚΗ (1911)




Η Ιθάκη της καρδιάς μας είναι εδώ.
Νιώθει τη καρδιά και το φως μας.
Νιώσε την και πίστεψε ξανά σε μένα.
Mη νοιάζεσαι για τα πρέπει
Ξέχνα τα και ζήσε ...

Zωή δεν υπάρχει πια για μένα


alt
Zωή δεν υπάρχει πια για μένα
οι αναμνήσεις με έχουν κυριέυσει
το μυαλό μου έμεινε σε κείνα τα λεπτά
που έφυγες από κοντά.
Κλέινω τα μάτια με  την ελπίδα
οτι είναι ένα κακό όνειρο
δε θέλω να πιστέψω
οτι από κοντά έφυγες.
Το ουράνιο τόξο κοιτάω
μήπως σε δω ν' ανεβαίνεις
στον παράδεισο θα πας
και εμένα θα περιμένεις.

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Αυτός ο έρωτας ~ Ζακ Πρεβέρ


Αυτός ο έρωτας
Τόσο ορμητικός
Τόσο εύθραυστος
Τόσο απαλός
Τόσο απεγνωσμένος
Αυτός ο έρωτας
Όμορφος σαν τη μέρα
Κι άθλιος σαν τον καιρό
Όταν ο καιρός είναι κακός
Αυτός ο έρωτας τόσο αληθινός
Αυτός ο έρωτας τόσο ωραίος
Τόσο ευτυχισμένος
Τόσο εύθυμος
Και τόσο γελοίος
Tρέμοντας από φόβο όπως ένα παιδί μέσα στο σκοτάδι
Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του
Όπως ένας άντρας ήσυχος στη μέση της νύχτας
Αυτός ο έρωτας που τρόμαζε τους άλλους
Που τους έκανε να μιλούν
Που τους έκανε να χλωμιάζουν
Αυτός ο έρωτας που τον παραμονεύουν
Γιατί κι εμείς τον έχουμε παραμονεύσει
Περικυκλωμένος ,τραυματισμένος ,ποδοπατημένος
σκοτωμένος , απαρνημένος , ξεχασμένος
Γιατί εμείς τον έχουμε καταδιώξει τραυματίσει ποδοπατήσει
σκοτώσει απαρνηθεί ξεχάσει
Αυτός ο έρωτας ολόκληρος
Ακόμα τόσο ζωντανός
Και τόσο ηλιόλουστος
Είναι ο δικός σου
Είναι ο δικός μου
Αυτός που ήταν
Εκείνο το πράγμα το πάντα νέο
Και που δεν έχει αλλάξει
Το ίδιο αληθινός όσο κι ένα φυτό
Το ίδιο να τρέμει όσο και ένα πουλί
Το ίδιο ζεστός το ίδιο ζωντανός όσο και το καλοκαίρι
Μπορούμε εμείς οι δυο
Να φεύγουμε και να ξαναγυρίζουμε
Μπορούμε να ξεχάσουμε
Και μετά να κοιμηθούμε πάλι
Να ξυπνήσουμε να υποφέρουμε να γεράσουμε
Κι άλλο να κοιμηθούμε
Το θάνατο να ονειρευτούμε
Να ξυπνήσουμε να χαμογελάσουμε και να γελάσουμε
Και να ξανανιώσουμε
Ο έρωτας μας εκεί στέκεται
Σα μια γαϊδούρα πεισματάρης
Ζωντανός όπως ο πόθος
Άσπλαχνος όπως η μνήμη
Βλάκας όπως η κλάψα
Τρυφερός σαν την ανάμνηση
Κρύος σαν το μάρμαρο
Όμορφος σαν τη μέρα
Εύθραυστος σαν το παιδί
Μας κοιτά χαμογελώντας
Και μας μιλά χωρίς να λέει τίποτα
Κι εγώ τρέμοντας τον ακούω
Και φωνάζω
Φωνάζω για σένα
Φωνάζω για μένα
Σε ικετεύω
Για σένα για μένα και για όλους αυτούς που αγαπιούνται
Και που έχουν αγαπηθεί
Ναι του φωνάζω
Για σένα για μένα και για όλους τους άλλους
Που δεν τους γνωρίζω
Μείνε εκεί
Εκεί που είσαι
Εκεί που ήσουν παλιά
Μείνε εκεί
Μην κουνιέσαι
Να μη φύγεις
Εμείς που έχουμε αγαπηθεί
Σε έχουμε ξεχάσει
Εσύ μη μας ξεχνάς
Δεν έχουμε παρά μόνο εσένα πάνω στη γη
Μη μας αφήσεις να γίνουμε ψυχροί
Πολύ πιο μακριά πάντα
Και δεν έχει σημασία σε ποιο μέρος
Δώσε μας ένα σημάδι ζωής
Πολύ πιο αργά στη γωνιά κάποιας συστάδας
Μέσα στο δάσος της μνήμης
Ξεπρόβαλλε απότομα
Τέντωσέ μας το χέρι
Και να μας σώσεις