Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

evaggelos Rigas Άκου μικρέ!


Άκου μικρέ!

Είσαι μικρός κι όλο ρωτάς. Όλοι μαζί, από γονείς, τους συγγενείς, τους ρήτορες, της εξουσίας ηγήτορες, πρέπει να μάθει λένε, να μάθει την αλήθεια το παιδί.
Είσαι μεγάλος και ρωτάς γιατί δεν έχει ο φτωχός ψωμί και ξαφνικά, είσαι του κράτους σου εχθρός.
……..
Να κάνεις είσαι λεύτερος όσο το κράτος δε χαλάς. Το σπίτι σου στον άστεγο και φαγητό στον άνεργο αν θέλεις δώσε, μα μη ρωτάς. Είναι φωτιά το να ρωτάς γιατί πεθαίνει ο κόσμος. Ποιος είσαι εσύ όπου τολμάς και αψηφάς τα όρια που σου βάλαμε; Άκου μικρέ! την εξουσία να μιλάς, εμείς στη δώσαμε κι εσύ τη βάφτισες δημοκρατία να νοιώθεις τάχα δυνατός. Μα αν συνεχίσεις να ρωτάς, κάτω απ’ τη σόλα μας θα λιώσεις, σαν τον σκουλήκι που πατάς.
……..
Βία, υποκρισία και ντροπή.
Να οι αρχές οι σύγχρονες που χτίζουν λένε τη ζωή.

Ευάγ. Ρήγας
Άκου μικρέ!

Είσαι μικρός κι όλο ρωτάς. Όλοι μαζί,  από γονείς, τους συγγενείς, τους ρήτορες, της εξουσίας ηγήτορες, πρέπει να μάθει λένε, να μάθει την αλήθεια το παιδί.
Είσαι μεγάλος και ρωτάς γιατί δεν έχει ο φτωχός ψωμί και ξαφνικά, είσαι του κράτους σου εχθρός.
……..
Να κάνεις είσαι λεύτερος όσο το κράτος δε χαλάς. Το σπίτι σου στον άστεγο και φαγητό στον άνεργο αν θέλεις δώσε, μα μη ρωτάς. Είναι φωτιά το να ρωτάς γιατί πεθαίνει ο κόσμος. Ποιος είσαι εσύ όπου τολμάς και αψηφάς τα όρια που σου βάλαμε; Άκου μικρέ! την εξουσία να μιλάς, εμείς στη δώσαμε κι εσύ τη βάφτισες δημοκρατία να νοιώθεις τάχα δυνατός. Μα αν συνεχίσεις να ρωτάς, κάτω απ’ τη σόλα μας θα λιώσεις, σαν τον σκουλήκι που πατάς.
……..
Βία, υποκρισία και ντροπή.
Να οι αρχές οι σύγχρονες που χτίζουν λένε τη ζωή.

Ευάγ. Ρήγας

Νανούρισμα - 2007


Νανούρισμα - 2007      

 
Στίχοι:  
Μάρω Βαμβουνάκη
Μουσική:  
Τάκης Βούης
Έλα κοιμήσου εσύ κι εγώ κοντά σου πετάω
απ`το παράθυρο περνώ στο μαξιλάρι.

Στο κεφαλάκι σου θα μπω ν`ανακατέψω
τους φόβους και τα όνειρα κι όλες σου τις αγάπες.
Στο κεφαλάκι σου θα μπω και θα τα διώξω.
Μονάχα εγώ να είμαι εκεί μονάχα εμένα να`χεις.

Έλα κοιμήσου εσύ κι απ`τ`ανθογυάλι πέφτουν
τα νυχτολούλουδα που`φτιαξες με μολύβι.

Ο έρωτας κοιμήθηκε νωρίς -


Ο έρωτας κοιμήθηκε νωρίς - 1998  
    
 
Στίχοι:  
Φίλιππος Πλιάτσικας & Μάρω Βαμβουνάκη
Μουσική:  
Φίλιππος Πλιάτσικας

Βρίσκω τα κομμάτια σου εκείνα τ’ ακριβά σου,
τ’ αγκάλιασα, τα κράτησα για να θυμάμαι τ’ όνομά σου.
Στο δρόμο σέρνοντας σκυφτός, σελίδες τα όνειρά μου
στεφάνια απ’ τις ελπίδες μου και το άγχος του έρωτά μου.

Αυτές τις ώρες που έρχεσαι ζεστή και βελουδένια
μου είναι δύσκολο να είμαι απλώς χωρίς εσένα.

Νυχτερινό - 2001


Νυχτερινό - 2001     
 
 
Στίχοι:  
Μάρω Βαμβουνάκη
Μουσική:  
Τάκης Βούης

Και τα μεσάνυχτα κυλάνε, κυλάνε,
με τις ζωές μας που περνάνε, περνάνε,
κι εσύ είσαι μοναχή.

Η σιγαλιά σου που απλώνει, απλώνει,
και το ρολόι με μαλώνει, μαλώνει,
που εσύ είσαι μοναχή.

Πάω στην κουζίνα για καφέ,
θα φτιάξω έναν διπλό,
δίχως καθόλου ζάχαρη,
και με ζεστό νερό,
στέκομαι στο παράθυρο,
κοιτάζω το σκοτάδι,
κι εκείνο το λουλούδι σου,
που έμεινε ξερό.

Η μια βραδιά τρώει την άλλη, την άλλη,
μέσα στου πόνου τη ζάλη, τη ζάλη,
κι εσύ είσαι μοναχή.

Μέσα σε μυστικά κλεισμένος, κλεισμένος,
και στην καρέκλα μου δεμένος, δεμένος,
κι εσύ είσαι μοναχή.

Πάω στην κουζίνα για καφέ,
θα φτιάξω έναν διπλό,
δίχως καθόλου ζάχαρη,
και με ζεστό νερό,
στέκομαι στο παράθυρο,
κοιτάζω το σκοτάδι,
κι εκείνο το λουλούδι σου,
που έμεινε ξερό.

Και τα μεσάνυχτα κυλάνε, κυλάνε,
με τις ζωές μας που περνάνε, περνάνε,
κι εσύ είσαι μοναχή.

Να σε πάρω και να φύγουμε


   


Στίχοι:  
Μάρω Βαμβουνάκη
Μουσική:  
Τάκης Βούης

Ξέρω ένα τρένο που`ναι φτιαγμένο
από τον άνεμο και τις φωτιές
έχει φτερούγες, έχει και ρόδες
και ταξιδεύει στις εποχές.

Το Φθινόπωρο πάντα συμβαίνει
όταν πέφτει βαριά η συννεφιά
να σφυρίζει ξανά στην ψυχή μου
να με παίρνει μακριά στα παλιά,
και σε σένα.

Να σε πάρω και να φύγουμε...

Ξέρω τα μάτια σου που`ναι φτιαγμένα
από του μύθου σου την ομορφιά
από τον πόθο μου κι απ`την ανάγκη
κι από του έρωτα την ερημιά.

Το Φθινόπωρο πάντα συμβαίνει
όταν πέφτει βαριά η συννεφιά
να ανατέλλουνε μέσα στο σπίτι
να με παίρνουν μακριά στα παλιά,
και σε σένα.

Να σε πάρω και να φύγουμε


Να σε πάρω και να φύγουμε - 2007  
   
 
Στίχοι:  
Μάρω Βαμβουνάκη
Μουσική:  
Τάκης Βούης

Ξέρω ένα τρένο που`ναι φτιαγμένο
από τον άνεμο και τις φωτιές
έχει φτερούγες, έχει και ρόδες
και ταξιδεύει στις εποχές.

Το Φθινόπωρο πάντα συμβαίνει
όταν πέφτει βαριά η συννεφιά
να σφυρίζει ξανά στην ψυχή μου
να με παίρνει μακριά στα παλιά,
και σε σένα.

Να σε πάρω και να φύγουμε...

Ξέρω τα μάτια σου που`ναι φτιαγμένα
από του μύθου σου την ομορφιά
από τον πόθο μου κι απ`την ανάγκη
κι από του έρωτα την ερημιά.

Το Φθινόπωρο πάντα συμβαίνει
όταν πέφτει βαριά η συννεφιά
να ανατέλλουνε μέσα στο σπίτι
να με παίρνουν μακριά στα παλιά,
και σε σένα.

Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο


Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο - 1996  
    
 
Στίχοι:  
Μάρω Βαμβουνάκη
Μουσική:  
Φίλιππος Πλιάτσικας

Άγονη πλήξη μιας ζωής, δίχως έρωτα
της ερημιάς μου τέρας, της πόλης μου θηρίο μη με φοβάσαι
αλλοπαρμένη έκφραση οι τοίχοι σου θυμίζουν τον πρώτο σου έρωτα
οι πιο πολλοι αδιάφορα κενοί, σε λυγίζουν όπου και να `σαι
στα σκοτεινά δρομάκια οι σκιές γλιστράνε επικίνδυνα

Στα ηλεκτρισμένα ξενυχτάδικα οι γυναίκες μισοκρύβονται πίσω απ’ τη λήθη
Στα κολασμένα παζάρια της λεωφόρου οι αστυνόμοι
οι πλούσιοι επαρχιώτες μηχανόβιοι
μάσκες ακάλυπτες μικρές στο γύρο του θανάτου
που τρεμοπαίζουν τον άγγελο ή τον δαίμονα
στις άκρες των δακτύλων τους, ξημέρωμα Σαββάτου

Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς
στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω
δεν άντεξαν μαζί και χάθηκαν μακριά
κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων

Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο
για να μην υποφέρεις φύγε μακριά μου, κρύψου από μένα
δεν ξέρω αν φεύγεις, τώρα, για το λίγο μου
ή αν αυτό που νιώθω ήταν πολύ
πολύ για σένα, πολύ για σένα

Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς
στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω
δεν άντεξαν μαζί και χάθηκαν μακριά
κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων

Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο...

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Το πέταγμα

Το πέταγμα

 



Ήθελε το σύμπαν να χαρτογραφήσει
πάνω στο δέρμα του 
είχε σκεφτεί τα δάση και τα ποτάμια
που ταίριαζαν στο κάθε του κομμάτι
στα γυμνά του μπράτσα
αστραπές θα ζωγράφιζε
λευκές καταιγίδες στο στήθος
στους ώμους φτερά ολόλευκα
πάντα της τον έβλεπε αετό
σε γαλάζιο ουρανό άντρας-πουλί
 
που στα ύψη πετούσε

μια νύχτα σε ένα δωμάτιο

όταν ο άντρας-πουλί αποκοιμήθηκε
τον ζωγράφισε με χρώματα ανεξίτηλα
με δάχτυλα πυρετώδη και λαίμαργα
η ζωή του ωραία σαν πίνακας να γίνει

μα εκείνος από ύπνο βαθύ σαν ξύπνησε
το γαλάζιο του πουκάμισο φόρεσε
το παράθυρο διάπλατα άνοιξε 
και ελεύθερος πέταξε έξω...






24

Ύμνος του μεγάλου Νόστου # Άγγελος Σικελιανός

Ύμνος του μεγάλου Νόστου # Άγγελος Σικελιανός






Νυχτιές αφέγγαρες ― κρυφέ της μοίρας μου αρραβώνα·
                    πιο σκοτεινά βουνά,
που πρωτοδιάβαινα βουβός τ'  αμπέλια, ώσμε το γόνα
                    κι ως το λαιμό τρανά·

που διάβαινα, όλο διάβαινα, σαν η σιγή είχε πέσει
                    στα ξύλα του δρυμού,
ωσάν αλάφι θεόρατο που κολυμπάει στη μέση
                    μεγάλου ποταμού...

Α, ποιό παλμόν ακοίμητο τα φρένα μου εσηκώνα
                    στα τρίσβαθα του νου,
με τη βουβή τους μίμηση μπρος στην βουβήν εικόνα
                    του κάταστρου ουρανού!

Όλυμπος πια χειροπιαστός τριγύρα μου είχε ανθίσει,
                    και, λάτρα σιωπηλή,
σ’ όλα τα μέλη μου άστραφτε το μυστικό μεθύσι
                    μια κρύφια ανατολή...

Άγρυπνη βίγλα εκράταγε, πολύ ψηλά αναμμένη,
                    του πόθου η μαντική
φωτιά, και γύρα μία γενιά θεών συμμαζεμένη
                    με κοίταε σκεφτική...

Σαν άλικη η πανσέληνο στα κορφοβούνια απάνω
                    προβαίνει αργή, τρανή,
στο πορφυρόν εικόνισμα του πόθου μου το πλάνο
                    βαφόνταν οι ουρανοί.

Και πίσω από τ' απάντεχον, αθλητικό όργιό του,
                    που νίκαε τον καιρό,
σαν ιερέας σιωπηλά που σέρνει το σφάγιό του,
                    κι ως πρώτος στο χορό

που από ξοπίσω του τραβάει πολλούς ― παρόμοια, ακέρια
                    σα να ‘σερνα φυλή,
απ' τους πρωτόφαντους θεούς κι από τα πρώτα αστέρια
                    τηρώντας εντολή,

στο στρώμα που φουντώνανε της γης τα ολύμπια μύρα
                    πως έσερνα με ορμή
μες στα σκοτάδια, ως ο τυφλός π’ αδράζεται απ' τη λύρα,
                    το ερωτικό κορμί!...

Νυχτιές αφέγγαρες, θερμό που με γεμίσατε αίμα,
                    και πλούσιο, μαντικό
το πνέμα μου στεριώσατε ― αλύγιστο ένα ρέμα,
                    βαθύ, πολεμικό ―

και στην ψυχή μου θρέψατε τους στοχασμούς, ως θρέφει
                    σε θεία κληματαριά
η αδρή απονύχτερη δροσιά τσαμπιά τρανά σα βρέφη,
                    πανώρια και βαριά!

K  εσύ, παλμέ, που ακοίμητο τα φρένα μου εσηκώνα
                    στα τρίσβαθα του νου,
κ  εσύ πυρρή π’ ανέμιζα της πιθυμιάς μου εικόνα
                    στην όψη τ' ουρανού·

του Ολύμπου πια, σάμπως ληνό στα πόδια μου, το τέρας
                    πατώ το μυστικό.
Όλος συρμένος ο Έρωτας στις φρένες μου, ως το δέρας
                    το μάγο στην Ιωλκό!

Κυλά φωτιές ο Ωρίωνας· κι ο Δίας είν’ ένας θρόνος·
                    κ’ η Πούλια είναι φωλιά·
μα ο μυστικός Διθύραμβος, που πια δε ‘γγίζει ο Χρόνος,
                    του νου μου η αγκαλιά!

Να· πυρωμένη μου η καρδιά, το μέτωπο, το μάτι
                    ελεύτερο, ουρανέ!
Πήγασος είν’ ασπέδιστος του λογισμού μου το άτι,
                    οι δρόμοι μου ένα Ναι,

την άβυσσο άβυσσο καλεί, το βάθος κι άλλο βάθος,
                    κι αδάμαστο, αλαφρό,
μέσα μου πλέον αμόνοιαστον εστοίχειωσε το πάθος
                    που εσκίρτα στον αφρό...

Του Ολύμπου πια, σάμπως ληνό στα πόδια μου, το τέρας
                    θωρώ το μυστικό.
Όλος εσύρθη ο Έρωτας στις φρένες μου, ως το δέρας
                    το μάγο στην Ιωλκό.

Υμέναιο νέο στα βάθη τους λογιάζω τώρα θα βρω,
                    σαν ήπια μονομιά
της νύχτας όλο το κρασί το μυστικό και μαύρο
                    για μιαν επιθυμιά·

κι ολ’ η φωτιά των ουρανών μου κύκλωσε, μου κρύβει
                    το πνέμα μου βουβό,
τι πια με κράζει αμείλιχτη του νου μου η πάνοπλη ήβη
                    προς τ’ άστρα ν’ ανεβώ!

Κυλά φωτιές ο Ωρίωνας· κι ο Δίας ειν’ ένας θρόνος·
                    κ  η Πούλια είναι φωλιά·
μα ο μυστικός Διθύραμβος, που πια δε ‘γγίζει ο Χρόνος,
                    η πλέρια μου αγκαλιά!

Των άστρων έχει απάνω μου το περιβόλι γείρει,
                    κι ο κρύφιος λογισμός,
σάμπως μελίσσι χνουδωτό βαμμένον από γύρη,
                    ξεσπά βαθιά μου εσμός...

Βροχή πεφτάστρια γύρα μου κι αδιάκοπα σταλάζει
                    το απέραντο γοργά·
κι όπως χορεύει πέφτοντας στο χώμα το χαλάζι
                    κι ο ουρανός οργά,

σαν απ'  της λύρας τις χορδές ανάμεσα το χέρι
                    φαντάζει που χτυπά,
όμοια η καρδιά μου ολάκερη μέσα σε κάθε αστέρι
                    σπαράζει κι αγαπά!

                   

Όργιο βαθύ! Στον παγκόσμιο παλμό σου, μες στο νέο
                    που γνώρισα κορμί,
στης δύναμής σου την πηγή κατάβαθα αναπνέω
                    μ'  ανήκουστην ορμή,

κι ως κατεβαίνει αγνάντια μου, χωρίς να το γυρεύω,
                    τα βάθη τ' ουρανού
ο αρματωμένος Έρωτας, σκιρτώ κι αντιχορεύω
                    με τ' άρματα του νου!

Γιατί το ξέρω· πιο βαθιά κι απ' τον πηχτόν αστρόφως,
                    κρυμμένος σαν αετός,
με περιμένει, εκεί που πια ο θείος αρχίζει ζόφος,
                    ο πρώτος μου εαυτός...