Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

αιτία


.


Εδώ και μήνες
Στο χάος του δωματίου μου
Μονάχα ένα δεν μου κάθεται καλά
Μου έσπασε η Λα

Τέντωμα
Τράβηγμα
Κούρδισμα
Πάτημα

Δέσιμο
Χάδι
Έρωτας
Ήχος


.


Poulopoulos-Autoi pou feugoun

Εσχάτη







Μπορεί να έφυγες, μα να ξέρεις πως είσαι χαμένο κορμί.
Ούτε μια μπύρα δεν ήπιαμε χαζεύοντας την πόλη μου.
Έτσι για το γεια σου.
Για να δεις τι αφήνεις.

Ότι μπλούζα κι αν φοράς λοιπόν, να σου ‘ρχονται κοντά τα μανίκια.
Και το δεξί παπούτσι σου να σου χτυπά την φτέρνα.
Κι εσύ που πια η Ιασονίδου σου φαίνεται στραβή σε σχέση με την Πετροπουλακιδών.
Να ξέρεις πως η Τάσκου Παπαγεωργίου, η Παπαζόλη και η Μανωλάκη Κυριακού έχουν άλλη γνώμη.


Κι όλους αυτούς του δρόμους τους γράφω για να μην μας ξεχάσεις.
Παλιόγρια.





TRYPES - EDW

ελπίδα








Εδώ η ελπίδα θρηνεί χαμένο χρόνο
Στην ακτίνα των νεκρωμένων αισθήσεών μας
Πνίγεται στους λυγμούς της. Ανίκανη. Μάταιη.

Όταν και αν κατά τύχη προλάβουμε
Να αφουγκραστούμε κάποιον παράξενο ουρανό


Εδώ μηρυκάζουμε όνειρα αμφίβολης προέλευσης
Παλινδρομούμε οισοφαγικά
Συμπλέοντας με τις ανασφάλειές μας

Μα με όνειρα…
Που περιμαζέψαμε στο διάβα μας


Εδώ μας χρωστάν έναν ήσυχο
Και ειρηνικό χορό
Γιατί αυτές τις ώρες η φλέβα δίνει το ρυθμό

Μετά βίας θυμόμαστε
Τα βήματα να περπατήσουμε


Εδώ περπατάμε στο νερό
Δεν είμαστε θεές
Πάγωσαν τα πάντα

Εδώ καιγόμαστε
Σε αγκαλιές, κι από δάκρυα


Εδώ θα σε στήνουμε συνέχεια
Να περιμένεις κάτι να φανεί απ’ τη γωνία
Χαμένο χρόνο θρηνώντας
Να περιμένεις

Κι εμείς αλλού. Να γελάμε.
Με κρύα αστεία



Γιατί
Εδώ οι νότες υπάρχουν…
οι λέξεις υπάρχουν…
για να κάνουν τον κόσμο μας όμορφο
ένα ωραίο μέρος για να ζεις


















στερνό κι άτοπο



.







Να μην ξαναβγείς
Τα μικρά συνηθισμένα
Μεγαλώνουν το χρέος
Κρύψου καλά και μην φανερωθείς

Θνητόρατη κράτα τη μοναξιά
Μέτρα τους χτύπους να σε πάρει ο ύπνος
Τους χτύπους της καρδιάς σου
Κράτα σφιχτά τη μοναξιά σου

Μάθε καλά να κολυμπάς
Νομίζω επιπλέεις
Στο μικρό σου Pearl Harbor
Το αν κολυμπάς πρέπει να ξέρεις




Μονάχα τους περαστικούς
Που με ρωτούν για δρόμους
Μπορώ χωρίς θάνατο
Να βοηθώ να φύγουν












Τι να ΄ναι άραγες εφτά και κάτι λεπτά
Έναν χρόνο μετά





fr. or en. ?

fr. or en. ?


.



 


Το μέσα μου είναι φτιαγμένο από ατραπούς
Και κατηφοριές
Και ανεμόσκαλες και λέιζερ
Και σε κάλεσα να μπεις κάτω απ’ την σκέπη του.

Καθώς θα μπαίνεις,
Θα μυρίζει μανταρίνια
Και ολοκαίνουρια αθλητικά παπούτσια.

Καθώς τώρα θα βγαίνεις,
(Το βλέπω και το βλέπεις. Σιγά σιγά ήδη βγαίνεις)
Πρωτοτύπησε παρακαλώ

Μπας και δεν σε ξανακαλέσω




Αν ήμαστε μηχανές, θα είχαμε το χάρισμα της αιωνιότητας.
Και θέλω να καταλάβεις






Golden Virginia




.
Είσαι χίλια διαμάντια
Είσαι μια χούφτα δαχτυλίδια ερωτευμένων
Και κιμωλία για ένα εκατομμύριο σχεδιαγράμματα
Που φτιάχνουν τα παιδιά για να παίξουν κουτσό
Κι εγώ ένα τίποτα.
Ούτε να σκοτώσω δεν μπορώ.
Με εμένα μπορείς μονάχα.
Να σκουντήξεις κάποιον μέχρι θανάτου.
Είμαι ένας ανόητος κασκαντέρ.
Που βουτά με χίλια και στουκέρνει
σ’ έναν τοίχο από φλεγόμενα ιατρικά πορίσματα
Και είσαι όπως σε φανταζόμουν πάντα
Τρία βήματα μπροστά πάντα από μένα
Όπως αρμόζει σε μια βασίλισσα
Και τα κομμάτια μου είναι στριμωγμένα
Σε μια σειρά από βαλίτσες.
Που σαν τα κυνηγόσκυλα περιμένουν το σύνθημα.
ΦΥΓΑΜΕ!

Αν δε μπόρεσες ποτέ..


..να περιγράψεις αυτό που ένιωσες,
τότε το ένιωσες πραγματικά.


Ακίνδυνα,ελπιδοφόρα,κι ανεμπόδιστα 
μόνο με πάθος ψυχής μπορούμε.



"Αληθινή αγάπη:

..όταν δε χρειάζεται και να πεις τίποτα"

Mόνο η αληθινή αγάπη 
φέρνει μοναχική σιγή αλήθειας 
στην καρδιά.




 Η περαστική χαρά έχει 
τους ψεύτικους φίλους της 
και η πίκρα του
ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ
 την επιλεκτική μοναξιά της.



Και όσα δεν μπορεί ..


..να αντέξει η σιωπή





στα λέω με τραγούδι

Mάζεψα άγρια τριαντάφυλλα

ΓΙΑ ΣΕΝΑ

τώρα που μέθυσα στο άρωμα σου
εθίστηκε η ψυχή στο είναι της.


Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Πόσο μεγάλη σημασία ...


LOVE65676.jpg
Mια φορά κι ένα καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ηθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Οταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μιά λαμπρή θαλαμηγό.
Η Αγάπη τον ρωτάει :
- «Πλούτε μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,
- «Οχι, δεν μπορώ» απάντησε ο πλούτος.
- «Εχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα».
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
- «Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.
- «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονία.
Η Λύπη ήταν πιό πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτήν βοήθεια.
- «Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου»
- «Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ηταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια. Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή.
- «Αγάπη, έλα προς εδώ. Θα σε πάρω εγώ μαζί μου».
Ηταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Οταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε ρώτησε τη Γνώση,
- « Γνώση, ποιός με βοήθησε;»
- « Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
- «Ο Χρόνος;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
- « Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη

ΟΝΕΙΡΟ


όνειρο..............


και να…


που στεκόμαστε πάλι στην αρένα,
από εκεί που διαξιφιστικά
δώσαμε την πρόσκληση στην πρόκληση
της αιωνιότητας


τα ξίφη ακονίζονται ξανά

…ετοιμοπόλεμη αγάπη μου
…έρωτά μου ριψοκίνδυνε
ο λαβωμένος φόβος σου πάλι ξαναχτυπά



λόγια μεθυσμένα στην γλώσσα σου παραπατούν

ψεύτικο μίσος το βλέμμα σου αφορίζει
οι δυσπιστίες που μέσα σου χορεύουν
κακία ολοένα μου κρατούν


ναι, να παλέψω με το ψέμα

να κερδίσω την αλήθεια
ναι, να σκοτώσω και το μίσος
την αγάπη να τη σώσω



ναι, να πεθάνω να χαρώ

αλλά να ξέρεις σ’ αγαπώ
να με διώξεις να χαρείς
τον κόπο αν άξιζε να δεις


και ας σε βλέπω να γελάς

μόνο στα όνειρά μου
μόνο δε θέλω να πονάς
γιατί πονά η καρδιά μου


μη μ’ αφήσεις να χαθώ

στην ομίχλη μακριά σου
άσε με να σε προσέχω
να χαϊδεύω τα μαλλιά σου



άσε τη σκέψη μου σε σένα

τριγύρω σου να τριγυρνά
σα πεταλούδα του χειμώνα
που δεν υπάρχει πουθενά


τα όνειρά μου σε γνωρίζουν

…όνειρα απ' τα παλιά
σε έχω δει εδώ και χρόνια
και σε παίρνω αγκαλιά

[ΧΟΥ]

ΟΣΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΟΥ ΑΡΝΗΘΗΚΕΣ




Ήρθε η ώρα. Βγάλε με από μέσα σου, είπε. Νιώθω έτοιμο να φύγω. Θα πορευτώ μόνο μου από εδώ και πέρα. Θέλω να βγω στο φως, να ταξιδέψω... 

Κυκλοφορεί από σήμερα Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013 στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις "Οσελότος" το πρώτο ποιητικό "παιδί" μου.

ΑΓΓΕΛΟΣ




Πλειστόκαινος αχός
υπογάστριων κελήτων
ασφυκτιά στη φλέβα

γύρνα τις στρόφιγγες
να ανοίξουν τα στεγανά
να τρέξει πηλό η ψυχή
να γίνω άγγελος.

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Kiss me... I dream of you... Chris Spheeris - Eros



Δεν υπήρχε δίλημμα, δεν υπήρχε απαγορευμένο, δεν υπήρχε ενοχή, μόνο επιθυμία. Επιθυμία πυρωτική και απερίσταλτη, ευθέως και ανυποκρίτως σεσημασμένη εκατέρωθεν και αμοιβαίως καταγεγραμμένη στο βιβλίο των πόθων ως χρέος προς ίδια σώματα. Όταν έφθασε η ώρα της ιδιότυπης συναλλαγής, κατά την οποία οι δύο χρεώστες ήταν ταυτόχρονα και πιστωτές, δεν πρόλαβαν ούτε να γδυθούν. Έλυσε βιαστικά τη ζώνη του, μισοκατέβασε το παντελόνι του, ανέβασε ψηλά το φόρεμά της και όλα τ' άστρα έπεσαν μαζεμένα στην ημίφωτη κάμαρα.

Ιωάννα Μοάτσου - Στρατηγοπούλου



'Αχραντος Βλασφημία

Είσαι αγία
της ανηθικότητος
και της λαγνείας

Θηριώνυμη του πάθους

Ερωτικού ψυχορραγήματος
είσαι ο Σπασμός

Εκδύεσαι των φυλλωμάτων σου
και απονέμεις στην όραση
την αδήριτη διαύγεια της γυμνότητος

Ενδεδυμένος
τα δαιμονικά μου άμφια

Ιερουργώ
με ευλάβεια
εξοντωτική
στη μυσταγωγία του σώματος

Και καταβαίνω
σύσσωμος
στο ευλύγιστο τόξο των μηρών σου

Και υποτάσσομαι

Ενώπιος
στο θρίαμβο
της ροής σου

Μηδέποτε κοινωνίαν
πλην αυτής
του υγρού ιάσμου σου
θα μεταλάβω.

Γ. Τόλιας




Σάρκινος λόγος

Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.
Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω.
Καὶ σὲ διψάω.
Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.

Γ. Ρίτσος






Περιμένοντας το βράδυ

Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βραδιά
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας – το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση

Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα – τι έρωτες Θέε μου,
τι ηδονές τι όνειρα!
Ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά.

Τ. Λειβαδίτης

Κόκκινο...



Να τυλιχτώ στο κόκκινο του πάθους και να καώ μαζί σου...

Γυμνὸ σῶμα

Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.

Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.

Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.

Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.

Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.

Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.

Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.

Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;

Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.

Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;

Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.

Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.

Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.


Γ. Ρίτσος 

 

Αγάπη είναι

"...Αγαπώ θα πει χάνομαι...''


Ν. Καζαντζάκης




Το καθαρό κόκκινο


Ζωγραφίζω σιωπές και πλάθω αλήθειες μυστικές
με το κορμί μου να διψά για ήλιο.
Κρυφές σκέψεις απλώνω στο λευκό και ματώνει.

Σου φύλαξα ένα ρόδι μα το λαχταρώ για μένα.
Η προδοσία με έλκει προδότη μου.
Ντυμένη με την αγρύπνια θα σε ονειρευτώ,
ξύπνια δε σε αναγνωρίζω.
 
Χθες μύρισα την ηδονή και μετά τη γεύτηκα.
Ξύπνησα χωρίς τη σκέψη σου και άρχισα να
τρέχω στο φως.

Αγαπώ να με τυλίγουν ζεστά κορμιά και να
τα γεύομαι.
Κάθε ένα από αυτά κι ένα ταξίδι.

Πόσο αγάπησα τα ταξίδια μου...

Περπατάω γυμνή  και στέκομαι
έτσι μπροστά στο λευκό της σκέψης μου.
Θέλω να θυμάμαι όλες τις ανάσες
και τις μυρουδιές που με αγκάλιασαν.

Όσα κορμιά πόθησα τα αγάπησα και όσα
δεν αγάπησα δεν τα γεύτηκα ποτέ.

Στην άκρη τις σκέψης μου παίζει η εικόνα σου.
Θάμπωσε κι έχασε το χρώμα της.
Ίσως θάμπωσε η επιθυμία μου και το ξεθώριασε,
μα δε το λαχταρώ πια.
Τώρα που το σκέφτομαι, ποτέ δεν είχε
το καθαρό κόκκινο που αγαπώ

Μου φέρνει μια θλίψη η διαπίστωση
μα η αλήθεια κρύβεται στην έλλειψη
επιθυμίας.
Απομυθοποιήθηκες, έτσι γυμνός
κι ακάλυπτος απ' το ψέμα σου,
σκόρπισες και χάθηκες καλέ μου.

Ντύσου την αλήθεια σου και κοίτα
τη μορφή της στον καθρέφτη.
Αν βιαστείς ίσως προλάβεις
να μείνεις για κάποιον μια πολύτιμη ανάμνηση...

Βικτωρία



Tανγκό μες στον καθρέφτη


Δεν έχουμε λόγους να νιώθουμε άσχημα.
Δεν έχουμε λόγους να πιπιλίζουμε κακές σκέψεις στο μυαλό μας, να τρωγόμαστε, να θλιβόμαστε, να παραπονιόμαστε. Όλα μας τα βάσανα μες στο μυαλό μας γεννιούνται και πεθαίνουν κι οι περισσότεροι φόβοι μας, όταν φτάνει η πραγματικότητα, αποδεικνύονται άστοχοι. Τα πράγματα, όταν έρθει η ώρα τους, σχεδόν ποτέ δεν είναι ούτε όσο καλά τα ονειρευόμασταν ούτε όσο κακά τα φοβόμασταν.
Δεν προβλέπεται το μέλλον και μη φθείρεσαι με συνεχή προγνωστικά. Οι πολλές υποθέσεις, οι εικασίες, οι προβλέψεις είναι χτικιό. Κάνε αυτό που έχεις να κάνεις τώρα απλά και τίμια κι όλα τ' άλλα θα 'ρθουν να σε βρουν μόνα τους ανάλογα με το πόσο απλά και τίμια το κανες τούτο που έπρεπε τώρα. Η σκέψη πηδάει ανόητα άλματα τιναγμένη από φοβίες και βρίσκεται πέρα, πιο πέρα από κει που θα πατήσει η πραγματικότητα.

Η ζωή η ίδια, η τωρινή ζωή, είναι πάντα πλούσια, δίκαιη κι εκπληκτική, μόνο που κι εσύ πρέπει να είσαι πλούσιος, δίκαιος κι εκπληκτικός για να το πάρεις μυρουδιά.
Η μιζέρια, η καχυποψία κι η ανία είναι η δικιά μας κόλαση που μας χαυνώνει και δεν τολμάμε να εγκαταλείψουμε μια και τη μάθαμε καλά. Τσιγγουνευόμαστε να ρισκάρουμε οτιδήποτε αποκτήσαμε. Αποταμιεύουμε ακόμα και την κακομοιριά μας. Μια κακιά συνήθεια που μας σιγοτρώει συχνά καταντάει ηδονικότερη απ' την αλλαγή που υπόσχεται λύτρωση.

Η δειλία κι η τόλμη! Ζαρωμένοι στον καναπέ μας άπληστα παρακολουθούμε τολμηρές σκηνές, ηδονοβλεψίες της ζωής και μαραινόμαστε ψευτοϊκανοποιημένοι. Ο καιρός περνά κι εμείς ξεθωριάζουμε σα μολυβένια σημείωση πίσω από παλιά μας φωτογραφία που δεν μας μοιάζει πια.
"Είναι μεγάλη αμαρτία να 'ναι κανείς δυστυχισμένος" έλεγε ο άγιος Φραγκίσκος κι εγώ τα γράφω αυτά γιατί τα θέλω να τα βλέπω μπροστά μου τις μαύρες, άπιστες ώρες που τα ξεχνώ και πνίγομαι στις φουρτουνιασμένες θάλασσες της ασάφειας. Κι ο πόνος; Κι ο πόνος που τόση σημασία του δίνουν οι θρησκείες και τα τραγούδια;

Ο πόνος ο αληθινός δεν είναι δυστυχία. Είναι καλός ο πόνος, είναι φιλόστοργος, δημιουργικός και καθαρτήριος. Πόνος γέννας που βγάζει σε μεγαλύτερη χαρά. Ο πόνος είναι οδηγός. Αργός, σκυφτός, με φανάρι στο χέρι. Έρχεται να σε γλιτώσει και να σε πάρει έξω απ' το σκοτεινό, σκελετωμένο δάσος που πρέπει να εγκαταλείψεις για να σωθείς.
Αν δεν πονέσεις δεν θα καταλάβεις την ασθένειά σου και θα πεθάνεις. Τόσοι και τόσοι μεγαλώνοντας τρελαινόμαστε και χανόμαστε, γιατί σήμερα βρίσκεις παντού, αμέσως, παυσίπονα. Ο αιώνας του παυσίπονου μας μπουκώνει πρόχειρα παρασκευάσματα, άμεσης δράσης και χαμογελούμε όλο και πιο ηλίθια. Κι εγώ, ούτε να πονάω ξέρω γιατί δεν αντέχω να υπομένω. Πασαλείβω τις πληγές μου με φτηνή, βεβιασμένη λήθη, σαν αλοιφή, και μακραίνω απ' την αλήθεια μου τσαλαβουτώντας στα ρηχά.
Τα γράφω αυτά σαν απλοϊκή, εφηβική έκθεση για να τα θυμάμαι. Να τα έχω κοντά μου όταν χάνω την εμπιστοσύνη μου και μικραίνω. Η ζωή που μας χαρίστηκε είναι ανηφορική κι εμείς αφηνόμαστε στην ευκολία της τσουλήθρας. Αν δεν είσαι επίμονα και σταθερά καλός δεν έχεις καλοσύνη.

Όσοι ζουν αληθινά, γερνώντας γίνονται πιο νέοι. Ο θάνατος κανονικά πρέπει να είναι η συνάντηση με τη δόξα του βίου μας. Η ψυχή, μέχρι τότε, να έχει γίνει τόσο δυνατή από επίγνωση ώστε να πετά πια το κορμί της όπως αχρείαστο, πολυκαιρισμένο ρούχο, χειμωνιάτικο και ασήκωτο τώρα που ήρθε καλοκαιρία.

Τη δειλία τη φοβάμαι σα ντροπή κι αρρώστεια. Αρκετές φορές, για ν' αποδείξω πως δε φοβάμαι, έκανα κινήσεις φανταχτερά γενναίες και κραυγαλέα δυναμικές. Όμως το ξέρω, το βλέπω μετά, πολύ μετά, όταν η πραγματικότητα πετά σαν το σκουπιδοφάγο τα σκάρτα, πως πολλές απ' τις γενναιότητές μου ήταν το άλλο πρόσωπο του πανικού μου.


Μάρω Βαμβουνάκη 

 

Η Μαρίνα των βράχων

Η Μαρίνα των βράχων

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη –Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα διοσμαρίνια
–Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου ‘λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές σου μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων –Μα πού γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.
Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στον μαΐστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο
Στους κινδύνων των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Ο.Ελύτης


Άφησε ελεύθερα τα χέρια μου...

Άφησε ελεύθερα τα χέρια μου...

Άφησε ελεύθερα τα χέρια μου
και την καρδιά μου, άφησε ελεύθερη!
Άφησε τα δάχτυλά μου να τρέξουν
στους δρόμους του κορμιού σου.
Το πάθος - αίμα, φωτιά, φιλιά -
με ανάβει με φλόγες τρεμάμενες.
Αχ, εσύ δεν ξέρεις τί είναι αυτό!

Είναι η τρικυμία των αισθήσεών μου
παραδομένη στην ευαίσθητη ζούγκλα των νεύρων μου.
Είναι η σάρκα που κραυγάζει με τις πύρινες γλώσσες της!
Είναι η πυρκαγιά!
Κι εσύ είσαι εδώ, γυναίκα, σαν ένα ανέπαφο ξύλο
τώρα που πετάει ολόκληρη η καμμένη μου ζωή
προς το κορμί σου το γεμάτο με άστρα, όπως η νύχτα!

Άφησε ελεύθερα τα χέρια μου
και την καρδιά μου, άφησε ελεύθερη!
Εγώ μόνο σ' επιθυμώ, σ' επιθυμώ μόνο!
Δεν είναι έρωτας, είναι επιθυμία που καίγεται και σβήνει,
είναι καταιγισμός από ορμές,
πλησίασμα του αδύνατου,
αλλά υπάρχεις εσύ,
υπάρχεις για να μου τα δώσεις όλα,
και για να μου δώσεις αυτό που έχεις ερχόμενη στη γη -
όπως ήρθα κι εγώ για να σε περιέχω,
και για να σ'επιθυμώ,
και για να σε δεχτώ!

Pablo Neruda

 

Ναι σ αγαπώ



Τα πλήκτρα έσπασα
τον πόνο γέλασα
Ξέσπασα  αλήθεια
Γράμματα σύμφωνα
λέξεις φωνήεντα
καμία βοήθεια

Στα μάτια έγραψα
στίχους στροφές μου
Στο δάκρυ έκρυψα
τις ενοχές μου
Έκανα ρίματα
Καρδιά διλήμματα
με το γιατί μου
Έκλαψα σήμερα
μου λείπεις φώναξα
Τόσο ζωή μου

Πάνω στα χείλη μου
Βροχή η θέρμη μου
Απ’ την ψυχή μου
Χίλια τα δάκρυα
Χίλιες οι έγνοιες
Και τα γιατί μου

Τα πλήκτρα έσπασα
Κράτησα μόνο
Αυτά που έγραψα
Τις πρώτες λέξεις μου
Μετά τον πόνο
Σίγμα για ‘σένανε
Άλφα η αγάπη
Γάμα το γέλιο σου
Άλφα στην άκρη 
Πι για τον πόνο μου
Ω μέγα  δάκρυ

Πήρα και μάζεψα
Πια τα κομμάτια μου
Δάκρυα σκούπισα
Από τα μάτια μου
Πήρα τα πλήκτρα σου
 στην αγκαλιά μου
Κι έγραφα ατέλειωτα
μες την καρδιά μου

Όσα μου φώναξε
ξανά η Ζωή μου
όσα στα χείλη της
κλαίει η ψυχή μου
Όσα η έλλειψη
τη νύχτα ουρλιάζει
όσα η σκέψη μου
πια με δικάζει

Χιλιάδες  γίνανε
όσα τ’ αστερία
Χιλιάδες πέταξαν
σαν περιστέρια
Πάνω ζωγράφισαν
στον ουρανό
λέξη σου κράτησαν
γλυκιά ατέλειωτη

Ναι σ αγαπώ

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012 7:47:44 μμ