Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

''Πες μου τι θες''


Ποια εποχή θες να ντύσω το κορμί μου;
Θες να έχει χρώματα η φωνή μου;
Ποιο όνειρο θες απ' τα όνειρά μου;
Ήχους να κλέψω να χτυπάει η καρδιά μου;
Ποια μέρα θέλεις να σε συναντήσω;
Θες μια βραδιά να 'ρθω να σε κοιμίσω;
Ποια μουσική στην κάμαρα να παίζει;
Θες άρωμα εκεί μέσα να γυροφέρνει;
Ποιο κομμάτι θες απ' την ψυχή μου;
Όψη γλυκιά θες να έχει η μορφή μου;
Ποια εικόνα θες στο χαμόγελό μου;
Θες να χαθείς στην κόρη των ματιών μου;
Ποια αίσθηση στο πάθος θες ν' ανέβει;
Θες άστρο απ' τον ουρανό να κατέβει;
Ποια φλέβα θες στο σώμα να ξυπνήσει;
Θες η ηδονή το πάθος μας να σβήσει;
Ποιο γράμμα θέλεις στην υπογραφή μου;
Θες να 'σαι ο λόγος μες στην γραφή μου;
Ποιο ρυθμό θες να βάλω στα ποιήματά μου;
Θες να δώσεις ποινή στα κρίματά μου;
Ποιον τοίχο θες απ' την αρχή να χτίσω;
Θέλεις της μοίρας το χαρτί να σχίσω;
Ποιον τρόπο ερωτικό θες να διαλέξω;
Θέλεις επάνω μου να σε φορέσω;
Ποια σκέψη να κρατώ στο λογισμό μου;
Θες ο ήλιος να λάμπει στο πρόσωπό μου;
Ποια χροιά θες να 'χει η αναπνοή μου;
Γεύσεις στα χείλη θες στο φιλί μου;
Ποια στιγμή της ώρας να ξεκινήσω;
Ταξίδι στο χρόνο θες να κινήσω;
Ποια λέξη αγαπάς να ξαναγράψω;
Μήπως σε κούρασα και θες να πάψω;
Στο μέλλον θες να 'σαι ο άνθρωπός μου;
Θέλεις να βρίσκεσαι μες στο μυαλό μου;
Όλα τ' αφήνεις να έρθεις μαζί μου;
Ή θέλεις να μείνεις η ανάμνησή μου;
Τέρμα τα λόγια και οι Ερωτήσεις.
Πάρε τους στίχους μου να ξεφυλλίσεις.
Όλη η ζωή μου με τέχνη κρυμμένη.
Κάθε πνοή της για εσένα δοσμένη.


Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Ποίηση:Μαρία Πεπικίδου
Σεβαστείτε τα πνευματικά δικαιώματα.
Σας ευχαριστώ.
Poem by, toxotina73

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.


Οι κερασιές θ' ανθίσουν και φέτος

Το μόνο που μπορώ

Το μόνο που μπορώ να γράψω καλά. ειναι η  φράση  σ' αγαπώ ...

"Τίποτα δεν διαρκεί

"Τίποτα δεν διαρκεί
Τίποτα δεν τελειώνει
Τίποτα δεν είναι τέλειο "

Μια μετέωρη κυρία.




Βρέχει...
Μία κυρία εξέχει στη βροχή
μόνη
πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι.
Κι είναι η βροχή σαν οίκτος
κι είναι η κυρία αυτή
σαν ράγισμα στη γυάλινη βροχή.
Το βλέμμα της βαδίζει στη βροχή,
βαριές πατημασιές καημού
τον βρόχινό του δρόμο
γεμίζοντας. Κοιτάζει...
Κι όλο αλλάζει στάση,
σαν κάτι πιο μεγάλο της,
ένα ανυπέρβλητο,
να ’χει σταθεί
μπροστά σ’ εκείνο που κοιτάζει.
Γέρνει λοξά το σώμα
παίρνει την κλίση της βροχής
―χοντρή σταγόνα μοιάζει―
όμως το ανυπέρβλητο μπροστά της πάντα.
Κι είναι η βροχή σαν τύψη.
Κοιτάζει...
Ρίχνει τα χέρια έξω απ’ τα κάγκελα
τα δίνει στη βροχή
πιάνει σταγόνες
φαίνεται καθαρά η ανάγκη
για πράγματα χειροπιαστά.
Κοιτάζει...
Και, ξαφνικά,
σαν κάποιος να της έγνεψε «όχι»,
κάνει να πάει μέσα.
Πού μέσα
μετέωρη ως εξείχε στη βροχή
και μόνη
πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι.
Κική Δημουλά

Στ' ορκίζομαι...




Μια
σταγόνα από το άρωμα σου είναι αρκετή για να γεμίσει το δωμάτιό μου ...


Λίγη
από την  αγάπη σου αρκετή για να γεμίσει τη ζωή μου.

(Σαίξπηρ)

Aπο_ Φασεις


Η  ζωή θα ήταν ίσως πιο εύκολη αν δεν σε είχα συναντήσει




Μόνο που… δεν θα ήταν η ζωή μου…
 Erich Fried

Οι μικροί γαλαξίες




Πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι πάνω στη γη.
Σταματάνε για λίγο,
στέκονται ο ένας αντίκρυ
 στον άλλο,
 μιλούν μεταξύ τους.
Έπειτα φεύγουν,
διασταυρώνονται,
 μοιάζουν σαν πέτρες που βλέπονται.
Όμως, εσύ, δε λόξεψες,
βάδισες ίσα,
προχώρησες μες από μένα,
κάτω απ’ τα τόξα μου,
όπως κι εγώ: προχώρησα ίσα,
 μες από σένα,
κάτω απ’ τα τόξα σου.
Σταθήκαμε ο ένας μας μέσα στον άλλο, σα νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυο κόσμους σε πλήρη λάμψη και κίνηση,
σαστίσαμε ακίνητοι κάτω απ’ τη θέα τους
Ήσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου όλες τις στέρνες.
Ήσουνα φως,
διαμοιράστηκες.



Όλες οι φλέβες μου έγιναν άξαφνα ένα δίχτυ που λάμπει:
στα πόδια,
στα χέρια,
στο στήθος,
στο μέτωπο.
Τ’ άστρα το βλέπουνε, ότι:
δυο δισεκατομμύρια μικροί γαλαξίες και πλέον κατοικούμε τη γη.
Νικηφόρος Βρεττάκος

Μόνο αυτό..




Αυτό που θα ήθελα απόψε,είναι τη ζωή μου πίσω.
Αλλά δεν ξέρω από ποιόν να τη ζητήσω.
Τόσο τη σκόρπισα,τόσο τη χαράμισα,τόσο τη δάνεισα,τόσο την ξερίζωσα.
Από ποιόν να τη ζητήσω τώρα...
Και τι ωφελεί...
Αυτό που θα θελα απόψε,τελικά,είναι ένας ώμος,να γείρω πάνω του να κλάψω.
Να κλάψω πολύ.
Με λυγμούς.
Με κραυγές.
Να κλάψω για όλα.
Για  όσα  αγάπησα.
Γιά όσα ονειρεύτηκα.
Για όσα ένιωσα.
Για όσα περίμενα και ποτέ δεν ήρθαν.
Για όσα με πρόδωσαν.
Για όσα με χαράκωσαν.
Για όσα με θανάτωσαν.
Για όσα μ'ανάστησαν.
Να κλάψω πολύ.
Με λυγμούς.
Με κραυγές.
Για όλα....
Να γείρω στον ώμο κάποιου και ν ακούσω τη φωνή του, να μου πει ψιθυριστά:
"Μην κλαις" .
Μόνο αυτό.
Τίποτε άλλο.
Μην κλαις.Μόνο αυτό....
Αλκυόνη Παπαδάκη "Στο ακρογιάλι της ουτοπίας"

H MONAΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΧΩΜΑ



"Έρχεται η ώρα που θα λυτρωθώ από σένα!

Και θα λυτρωθώ από σένα αγαπώντας σε περισσότερο,
με της αγάπης το άμετρο μέτρο που είναι η περίσσια.

Έρχεται η ώρα που δεν θα σε παίρνω από πίσω σα σκύλος,
που δεν θα σε κατασκοπεύω με τη σκέψη, που δε θα σε πολιορκώ με υποθέσεις,
που δε θα στήνω αγανακτισμένους διαλόγους στο μυαλό μου μαζί σου τις νύχτες,
 που δεν θα αγωνιώ για την εντύπωση που σου δίνω.

Θα σ’ αγαπώ τόσο που δεν θα σε απαιτώ δικιά μου.
Να είσαι μόνο καλά εσύ χωρίς να ψάχνομαι πόσο καλά είμαι εγώ από το καλά σου.
Η καταπληγιασμένη μου φιλαυτία άρχισε να ζαρώνει και να σκύβει
 κι εγώ αρχίζω να βλέπω εσένα πίσω της και να μπορώ να σε αγαπήσω.

Ούτε και γράμματα έχω ανάγκη να σου γράφω πια.
Υπάρχω μόνο και σ’ αγαπώ κι αυτό το “σ’ αγαπώ” που δεν έχει ανάγκη καμία,
ούτε καν για ανταπόδωση, θα πλημμυρίσει, θα γεμίσει με τον κυματισμό του τον κόσμο όλο,
θα έρχεται και σε σένα κι εσύ θα μπορείς, όποτε θες να τ’ ακούς.
Φτάνει να το θές.

Τα γράμματα που σου γράφω τα κόβω εδώ.
Με περιορίζουν, με μεθούν, γεμίζω παραισθήσεις κι απ’ την αυτοσυγκίνηση τραβάω λάθος δρόμους. Όλο για τον εαυτό μου καταλήγω να μιλώ και να χαϊδολογιέμαι.

Να υπάρχω μονάχα, να σ’ αγαπώ μονάχα και να μην έχω λόγο κανένα να το δηλώνω.
Ούτε την παρουσία μου να μη χρειάζεται να δηλώνω πια.

Σ’ αγαπώ τόσο που το ξεχνώ, όπως ξεχνάμε τα αυτονόητα και τα φυσικά.
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε κρίνω και εντελλώς σε αποδέχομαι.
Γλίτωσα από το μαρτύριο να προσπαθώ συνεχώς να σε διορθώνω.

Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω.
Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωρά η απόσταση.
 Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι αν είμαι έρχεσαι.

Είμαστε στο παντού και στο πάντα τώρα που σ’ αγάπησα κι η αγάπη μου μας κάνει αδιαίρετους.

Εσύ καλή μου, μου δίδαξες την καταστροφή του να σ’ αγαπώ λίγο.
Το λίγο ανοίγει ρωγμές να γλιστρά μέσα ο ακόρεστος εγωϊσμός, να σε απαιτεί, να σε διεκδικεί.
η παρενέργεια του εγωϊστικού έρωτα είναι μια:
γενική δηλητηρίαση που την αγάπη την αλλοιώνει σε μίσος."

 ( Μάρω Βαμβουνάκη )

Αφαίρεση




Μου ’πες: ένα το κρατούμενο
δύο, τρία, τέσσερα
και συνέχισες –θυμάμαι- να μετράς και να κρατάς.
Μόνο που δεν άκουσα καλά:
ήτανε κρατούμενα
αφαιρετέου ή προσθετέου;
Η ελπίδα βέβαια μιας πρόσθεσης
σπαρτάριζε βαθιά κι αόριστα στους υπολογισμούς μου.




Ωστόσο στο τέλος
όλα σχεδόν απόμειναν κρατούμενα
-τα υπόλοιπα: μηδέν-
κι όπως τελείωσες
τα πήρες φεύγοντας μαζί σου.
Επρόκειτο λοιπόν για αφαίρεση.
Δεν σου ’πα λέξη κι άλλωστε γιατί;
Ακόμα κι αν δεν ήταν μια αφαίρεση σωστή
την είχες κάνει μ’ όλους τους κανόνες .




(από την ποιητική συλλογή του Σταύρου Βαβούρη 
ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ... ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ "έρχομαι")

Όπου βρίσκεσαι.... υπάρχω...


Είναι και κάτι μηνύματα που μας αναστατώνουν πριν καν τα ανοίξουμε...



Αρκεί το όνομα του αποστολέα.....

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Πληγωμένος Ουρανός







Οι δικαστές μας δίκασαν, μας καταδίκασαν
πριν αποκτήσουμε φωνή
με τί καρδιά, με τί μυαλό
το κάνουν αυτό οι δικαστές στις αθωότητες.
Είναι λένε κλήρος να μην σου πέφτει το φλουρί
και να περνάς στρατοδικείο
να σε στήνουν στον απέναντι τοίχο
μόνο επειδή έχεις αγέρωχα μάτια·
την ομορφιά την παίρνουν από νωρίς και τη ζέουν
σ’ έναν τροχό
ενώ πέφτουν βροχή τα μαχαίρια·
ό,τι προλάβεις να προστατέψεις το θάβεις
σαν σκυλί το κόκαλο 
να το χαρείς αργότερα, σε μια άλλη ηλικία
σ’ ένα άλλο σώμα.

Οι δικαστές ελάχιστα κατανοούν το δίκιο
σαν γεννηθείς σε διεκδικούν, σε τεμαχίζουν
σαν έναν μονάκριβο πίνακα
που δεν ξέρεις τί θέλει να πει
όλη τη ζωή σου τον συμπληρώνεις
να φτιάξεις ένα ανέφικτο τοπίο από ζάχαρη κι άλας
απ’ την ερμηνεία σου και τη συγχώρεση.

Δικαστές στερημένοι από αισθαντικότητα
σε νουνουρίζουν στα μπράτσα τους
ως ύπνος βαθύς σε παίρνει
και σε βγάζει σε παραμύθι δεύτερο. 
Τραυματισμένη η αθωότητα
τυλιγμένη με γάζες.
Να ξυπνάς και να θεραπεύεσαι, να γνωρίζεις
απ’ την ύπαρξή σου να γλιτώνεις,
απ’ το ίδιο σου το βάθος
ζωή να συναντάς - εσύ να γίνεσαι
οι δικαστές να μην σου μοιάζουν
να τους χαλάς το πρόσωπο.
Να θεραπευτείς σε μια κολυμπήθρα
από δάκρυα.
Τους δικαστές σου τους συγχωράς
γιατί χιλιάδες χρόνια τώρα
δεν ξέρουν τι κάνουν·
μα και τους πολεμάς
γιατί πρέπει να μάθουν τι κάνουν
για να μην το κάνουν.
Άλλη γενιά να μην σκάψει
να εκλείψουν οι αρχαιολόγοι
να 'χει πνοή το άγαλμα - να μην σβήνει το βλέμμα του
να μην αποφοιτούν άλλοι γιατροί
της ύπαρξής τους
τραυματιοφορείς και νοσοκόμοι
να εξαφανιστούν
και κάποιος - για όνομα του θεού
να κάψει όλες τις πατερίτσες! 

Χορευτές είναι οι άνθρωποι.
Να μπορούσες να γυρίσεις πίσω
όλους τους ψυχολόγους που έρχονται
να γιατρέψουν το χρόνο.
Είναι μεγάλο κρίμα ο πληγωμένος ουρανός.




Ο Νόμος του Ήλιου




Στριφογυρίζουν να δούνε λίγο ήλιο
μέσα από υπόγειες διαδρομές - σαλιγκάρια
μα ο ήλιος ήταν πάντα εδώ κι εδώ μένει. 
Σκαρφίζονται, υποθέτουν πολλά
πως ο ήλιος κάπου είναι κρυμμένος, χαμένος - τον τοποθετούν σε μια κορυφή
τον εκλιπαρούν απ’ τους άλλους, τον δανείζονται με πονηριές

Τον μαζεύουν σταλιά σταλιά από κορμιά, ξίφη
κι απειλές·
όμως ο ήλιος πάντα εδώ ήταν κι εδώ μένει
στο τώρα, το παρόν, το σήμερα
μέσα σε μια στιγμή ψηλός κι αιώνιος

Στριφογυρίζουν να δούνε λίγο ήλιο
εγκλωβισμένοι μέσα στο σώμα τους
κάτω απ’ τη σάρκα τους, πίσω απ’ τα μάτια τους
κοντά στο φόβο τους με μια ανάγκη που θερίζει

Χτυπούν τη θύρα του ουρανού ν’ ανοίξει
θεέ, λένε, κοίτα μας, μα ο θεός κατεβαίνει βαθύτερα
και τους καλεί·
κουρασμένοι απ’ τη ματαίωση
λένε το βάθος αυτό δεν τελειώνει

Όμως ποτέ δεν ησυχάζουν και δεν μπορούν να παραδοθούν
συνεχίζουν να ψάχνουν, συνεχίζουν να βρίσκουν·
μα τα πράγματα στον βυθό τους πολλαπλασιάζονται
και διαιρούνται διαρκώς

Λησμονούν και θυμούνται
κάπου κάπου συναντούν την αγάπη τους
την αγκαλιάζουν, τους αγκαλιάζει, κουλουριάζονται ξανά
σαν έμβρυα στο σώμα τους
τα δάκρυά τους μοσχοβολούν· 
μαντεύοντας κάπου μακριά τους ένα φιλικό άγνωστο
ηρεμούν
γαληνεύουν, πάντα για λίγο και ξανά ξεκινούν

Περνούν απ’ τον τόπο τους - τον ευλογημένο τόπο τους
μα σύντομα τον αφήνουν πίσω και πέφτουν ξανά
στην περιπλάνηση - τυφλοί μυρίζουν τη ζωή
και κουνούν χαρούμενοι την ουρά τους 

Σκαλίζουν παλιούς θρήνους – κλαίνε τις νύχτες σε μια γωνιά
απ’ τη μνήμη τους 
γονατίζουν χωρίς να προσκυνούν
κάτι προσπαθεί να τους σπάσει, να τους τσακίσει την υπερηφάνεια
κάτι τους καλεί διαρκώς χαμηλά - η ταπεινότητα 
ένα βάρος που το φορτώνουν στον εαυτό τους
τούς πλακώνει το στήθος. Ένα βάρος με σκοπό να τους 
λυγίσει και να τους σπάσει. Ένα βάρος που αυξάνει τη δύναμή τους.
Κρατούν με τα δόντια έναν ζαλισμένο ουρανό.

Μια πεταλούδα πνιγμένη στο βυθό τους αναστενάζει
κρατιούνται από μια πετονιά
φέρνουν στην επιφάνεια μια άγκυρα
ένα βουλιαγμένο καράβι
γίνονται ξανά η θάλασσα που αγνάντευαν
ο ορίζοντας που περίμεναν 
η νοσταλγία τους που ένιωθαν 
τ’ όνειρό τους που ονειρεύτηκαν·  
η σωτηρία τους διανύει  μια τροχιά έλλειψης
έχουν εκλείψει σαν ήλιοι
μια φέτα τους φως
έχει πάρει φεγγάρι

Όσοι απ’ αυτούς γλιτώσουν επιστρέφουν ξανά στο αγαπημένο μυστήριο
τα μάτια τους πλημμυρίζουν άγνωστο
ξεχνούν τον πόνο τους
φτιάχνουν μια μοναξιά στον αέρα
ακούν την ψυχή τους ξανά να γελά
λυτρωμένοι ένα παιδί στην καρδιά τους φτερουγίζει

Ένας σταυρός στο πλάι τους χωνεύει στο χώμα
και ζουν μια ανάσταση εντελώς εκ νεκρών.

Όμως ξεκινούν το ταξίδι στριφογυρίζοντας να δουν λίγο ήλιο
από μια σχισμή της καρδιάς τους
κι ο ήλιος τους θρέφει·
ως το τέλος δεν τους εγκαταλείπει ποτέ
τους θέλει κοντά του όπως ένας πατέρας
όπως μια μάνα
και τους φροντίζει σαν παιδιά του
Γιατί είναι μοίρα, πεπρωμένο, αποστολή και σκοπός
να επιστρέψουν ξανά κοντά του
να ενωθούν μαζί του
γιατί χώρισαν και μακριά του πονούν
Κι είναι όλο αυτό έτσι να είναι
χωρίς εξαιρέσεις νόμος. 
Πεθαίνουν στα βαθιά τους γεράματα
σχεδόν καταλαβαίνοντας
τί στη ζωή τους συνέβη.