Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Ο Νόμος του Ήλιου




Στριφογυρίζουν να δούνε λίγο ήλιο
μέσα από υπόγειες διαδρομές - σαλιγκάρια
μα ο ήλιος ήταν πάντα εδώ κι εδώ μένει. 
Σκαρφίζονται, υποθέτουν πολλά
πως ο ήλιος κάπου είναι κρυμμένος, χαμένος - τον τοποθετούν σε μια κορυφή
τον εκλιπαρούν απ’ τους άλλους, τον δανείζονται με πονηριές

Τον μαζεύουν σταλιά σταλιά από κορμιά, ξίφη
κι απειλές·
όμως ο ήλιος πάντα εδώ ήταν κι εδώ μένει
στο τώρα, το παρόν, το σήμερα
μέσα σε μια στιγμή ψηλός κι αιώνιος

Στριφογυρίζουν να δούνε λίγο ήλιο
εγκλωβισμένοι μέσα στο σώμα τους
κάτω απ’ τη σάρκα τους, πίσω απ’ τα μάτια τους
κοντά στο φόβο τους με μια ανάγκη που θερίζει

Χτυπούν τη θύρα του ουρανού ν’ ανοίξει
θεέ, λένε, κοίτα μας, μα ο θεός κατεβαίνει βαθύτερα
και τους καλεί·
κουρασμένοι απ’ τη ματαίωση
λένε το βάθος αυτό δεν τελειώνει

Όμως ποτέ δεν ησυχάζουν και δεν μπορούν να παραδοθούν
συνεχίζουν να ψάχνουν, συνεχίζουν να βρίσκουν·
μα τα πράγματα στον βυθό τους πολλαπλασιάζονται
και διαιρούνται διαρκώς

Λησμονούν και θυμούνται
κάπου κάπου συναντούν την αγάπη τους
την αγκαλιάζουν, τους αγκαλιάζει, κουλουριάζονται ξανά
σαν έμβρυα στο σώμα τους
τα δάκρυά τους μοσχοβολούν· 
μαντεύοντας κάπου μακριά τους ένα φιλικό άγνωστο
ηρεμούν
γαληνεύουν, πάντα για λίγο και ξανά ξεκινούν

Περνούν απ’ τον τόπο τους - τον ευλογημένο τόπο τους
μα σύντομα τον αφήνουν πίσω και πέφτουν ξανά
στην περιπλάνηση - τυφλοί μυρίζουν τη ζωή
και κουνούν χαρούμενοι την ουρά τους 

Σκαλίζουν παλιούς θρήνους – κλαίνε τις νύχτες σε μια γωνιά
απ’ τη μνήμη τους 
γονατίζουν χωρίς να προσκυνούν
κάτι προσπαθεί να τους σπάσει, να τους τσακίσει την υπερηφάνεια
κάτι τους καλεί διαρκώς χαμηλά - η ταπεινότητα 
ένα βάρος που το φορτώνουν στον εαυτό τους
τούς πλακώνει το στήθος. Ένα βάρος με σκοπό να τους 
λυγίσει και να τους σπάσει. Ένα βάρος που αυξάνει τη δύναμή τους.
Κρατούν με τα δόντια έναν ζαλισμένο ουρανό.

Μια πεταλούδα πνιγμένη στο βυθό τους αναστενάζει
κρατιούνται από μια πετονιά
φέρνουν στην επιφάνεια μια άγκυρα
ένα βουλιαγμένο καράβι
γίνονται ξανά η θάλασσα που αγνάντευαν
ο ορίζοντας που περίμεναν 
η νοσταλγία τους που ένιωθαν 
τ’ όνειρό τους που ονειρεύτηκαν·  
η σωτηρία τους διανύει  μια τροχιά έλλειψης
έχουν εκλείψει σαν ήλιοι
μια φέτα τους φως
έχει πάρει φεγγάρι

Όσοι απ’ αυτούς γλιτώσουν επιστρέφουν ξανά στο αγαπημένο μυστήριο
τα μάτια τους πλημμυρίζουν άγνωστο
ξεχνούν τον πόνο τους
φτιάχνουν μια μοναξιά στον αέρα
ακούν την ψυχή τους ξανά να γελά
λυτρωμένοι ένα παιδί στην καρδιά τους φτερουγίζει

Ένας σταυρός στο πλάι τους χωνεύει στο χώμα
και ζουν μια ανάσταση εντελώς εκ νεκρών.

Όμως ξεκινούν το ταξίδι στριφογυρίζοντας να δουν λίγο ήλιο
από μια σχισμή της καρδιάς τους
κι ο ήλιος τους θρέφει·
ως το τέλος δεν τους εγκαταλείπει ποτέ
τους θέλει κοντά του όπως ένας πατέρας
όπως μια μάνα
και τους φροντίζει σαν παιδιά του
Γιατί είναι μοίρα, πεπρωμένο, αποστολή και σκοπός
να επιστρέψουν ξανά κοντά του
να ενωθούν μαζί του
γιατί χώρισαν και μακριά του πονούν
Κι είναι όλο αυτό έτσι να είναι
χωρίς εξαιρέσεις νόμος. 
Πεθαίνουν στα βαθιά τους γεράματα
σχεδόν καταλαβαίνοντας
τί στη ζωή τους συνέβη. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου