Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Τα ωδικά ράμφη

Τα ωδικά ράμφη

Εγώ δεν είχα τα πουλιά χέρια
πως καταφθάνουν τα γινόμενα φτερά
τα ωδικά ράμφη
πράα από ανάγνωση και ξεφύλλισμα
για δείπνο πάλι
κι όλο υψώνουν τις αρχαίες νότες
στην πόλη
κι όλη άξονας του κόσμου
ακορντεόν
κλητά τα μέρη
στη γούρνα του λαιμού
η έξοδος φτερούγα

Βζιιουιιουνν

Αυτή τη νύχτα δεν κοιμάμαι βγάζω από πάνω μου τα άδεια δωμάτια, κρεμάω στη φαρμακαποθήκη τα φιλιά, δεν θα’ χω στόμα μονάχα ένα φωτάκι δίχως ήχους και θορύβους. Όταν θα ‘ρθεις θα σφυρίξει εκκωφαντικά, θ’ ανοίξει η φορμόλη τα φιλιά και τα χείλη, θα βάλεις όποιες λέξεις θέλεις στη θέση της γλώσσας, θα καταπιώ εκείνες που σε πονάνε και θ’ απλώσω το ‘’ε’’ της εξημέρωσης στα καινούρια σεντόνια. Θα σου δείξω πως πεθαίνει μια ανάσα και πως ανασταίνεται ουρλιάζοντας. Θα ρουφήξω όλη τη τρικυμία από το λακκάκι του λαιμού σου, θα ξεκλειδώσω έναν – έναν τους σπονδύλους σου για να χωρέσει εκεί όλο το ‘’ω’’ των οκτακοσίων χιλιάδων αριθμών. Κι όταν μεταμορφωθείς σε εισιτήριο απεριόριστης διαδρομής θ’ ανοίξω το παράθυρο με τις πολυσύλλαβες λέξεις, εκείνες που δεν μας αντέχουν γιατί θα μυρίζουμε αλήθειες. Τότε θα γίνουμε αερόστατα, δίχως υποσχέσεις, λόγια, σώματα φοβισμένα, στάσεις, φανάρια, στροφές, ανηφόρες, λίγα λεπτά, αναμονές. Θα κρατάμε μια τεράστια ομπρέλα και θα φοράμε ένα τεράστιο κασκόλ μαζί. Μόνο να χωράμε στη ταχύτητα.
Βζιιουιιουνν

 

 

 

 

 

 

Ίημα εκ των ήχων

Ίημα εκ των ήχων
κι η περιδέξια φωνή ως πρώθηβος εκβάλει
κατά την πρώια
ολόγυρα με περιδένει
από το δεύτερο του απογεύματος
ως το μηδενικό της νύχτας

κι’ άνοιξε η χηλοειδής σελήνη

 

 

 

 

 

Κικλήσκω… Λυσίκομο περιβολή

Δεν έχω όνομα και δεν μπορώ ν’ αρθρώσω το «ρ&λ», ακούω μοναχά σε φύσημα, τραυλίζω ακόμη και στο χνώτο μου, φοβάμαι της σκιάς τα βήματα, και χάνομαι σ’ ομίχλες για να μη θωρούν… μήτε τα έρποντα… ξεγελώ την μαύρη κόμη μου με λίγες ασημιές ανταύγειες που παίρνει όταν η σελήνη δεν φοβάται να μ’ αντικρύσει… έτσι για να βαφτίζομαι μονάχη ξωτικό. Δανείζομαι Λυσίκομο περιβολή κικλήσκω δεύτερο αρχικό, του Δαναού σανδάλι με την οργή του ξίφους σε ξερικό ποτάμι να καθρεφτίζω βέλη-θάνατο. Ριγώνοντας τρίσβαθα, δραπέτης αναμεσίς σ’ επιστροφή εν χρόνο,πυρσός που μ’ αναμένει έγκατο στεφάνι. Δεν έπαιξα με κούκλες παρά σε κορμούς περιπλανιόμουν πετώντας πέτρες στο χώμα λες και θα ‘βγαζαν χυμό για να ποτίσει γη. Την δύναμη μετρούσα –la bras de fer- σε χέρια αντρικά κι έλεγα θα νικήσω, μα λάθεψα ξανά και μένω μόνο κάδρο σαθρό δεμένο σε κοντάρι που κι οι κυράδες ξεχασμένο… χαμογελώ με σιδεράκια στα δόντια, κι ένα σπασμένο μολύβι δίχως ξύστρα.Έτσι κι αλλιώς τίποτα θα γράψω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου