Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Θα περάσει

 


 Θα περάσει

Πάντα ήταν έτσι.
Φλεγματική.
Πραγματικότητα την είπαν.
Ποτέ μια πουτάνα,
δεν είχε πιο ταιριαστό όνομα.
Και 'μεις πονάμε.
Βογκάμε.
Ερπετά που σέρνονται,
στα υγρά πεζοδρόμια.
Στα παγκάκια.
Στα ξένα χείλη.
Τι νόμιζες ρε άθλιε;
Ότι θα άφηνες παρακαταθήκη τρανή;
Όχι.
Σύρθηκες στην ματαιοδοξία σου.
Έτσι την είπαν.
Και αυτή του επαγγέλματος.
 
 
 
 
Σώπα, σώπα.
Μην κλαις.
Εδώ στην άκρη που είσαι.
Μην φοβηθείς.
Χαμογέλα μαλάκα.
Και πέσε.
Απο αυτό το όνειρο μαλακά,
να σηκωθείς σου εύχομαι.
Ένα όνειρο είναι δαύτη.
Η πραγματικότητα.

Θα περάσει.

Τον άνθρωπο δεν το νοιάζει που πάνε τα σκατά του.

 
 
 

 
 
Τον άνθρωπο δεν το νοιάζει που πάνε τα σκατά του.
Αρκεί να μην τα βλέπει.
Το ίδιο και με τα δάκρυα σου.
Μην κλαίς.
Δεν νοιάζεται.
Μην πεθαίνεις.
Ζήσε.

Υπάρχει η κόλαση.

 
 
 
Υπάρχει η κόλαση.
Η ψεύτικη.
Η αληθινή.
Αυτή που μας πουλάνε.
Αυτή που αγοράζουμε.
Η υπερφυσική.
Η φιλοσοφική.
Η κόλαση του μαύρου.
Του πόνου.
Της απελπισίας.
Των δακρύων.
Αυτή που φτιάχνουμε,
και αυτή που γκρεμίζουμε.
Του αποχωρισμού.
Του τέλους.
Της αρχής.
Αυτή που θα ζήσουμε.
Αυτή που θα καταλήξουμε.
Σου λέω απόψε με ειλικρίνεια.
Χαμένη εκεί που είσαι.
Όλες τις διαβαίνω.
Τις γνωστές και τις άγνωστες.
Για μια σου λέξη μόνο.
Και ας είναι ψίθυρος.
Και ας είναι πέταγμα.
Και ας είναι κόλαση.
Όπου και αν είσαι.

Σ'αγαπώ.

Αδιάφορη

 

 

 

Αδιάφορη

Σκοτάδι.
Φως.
Καταραμένες αντιφάσεις.
Το μόνο γκρίζο στην ζωή μου,
αυτό τη πόλης.
Όπως σε κοιτώ.
Όπως σε ακούω.
Κλαίω.
Τα δάκρυα μέσα μου.
Θερίζουν θύελλες,
χρόνια σπαρμένες τώρα.
Αγκάλιασε με.
Και άσε αυτήν την ρημαδιασμένη
στιγμή να παγώσει.
Σαν μια χιονονιφάδα.
Στο φτερό μιας πεταλούδας.
Που πάγωσε.
Στον χρόνο.
Και σιωπηλά ούρλιαξε τον θάνατο της.

Στην γαμημένη αδιάφορη ανθρωπότητα.

Lucy

 

 

 

Lucy

Σχεδόν πέθανα ρουφώντας,
τον καπνό σου.
Μαδάνε τα αστέρια σου απόψε.
Μοναχικά καίγονται στα μάτια μου.
Συντροφεύουμε στην κάπνα.
Το πάτωμα ξύλινο.
Τρίζει.
Στο τζάμι αποτυπώνεται,
η λάμψη σου.
Και’γω πεθαίνω.
Τα αστέρια σου πεθαίνουν.
Τι ελπίδα έχει πες μου,
η ύπαρξη;
Τι λόγο;
Γιατί δεν θυμάσαι τίποτα πια;
Καίς τα πάντα.
Σχεδόν πέθανα ρουφώντας
την οδύνη σου.
Αλλά σηκώθηκα.
Νομίζω πως μου φτάνει η δική μου,
για να αυτοκτονήσω χίλιες λέξεις.
Διαλέγω δύο/Μου λείπεις.
Άλλες δύο/Σ’αγαπώ.

Σκοτάδι.

Για να κηδέψεις ενα όνειρο,

 
 
 
 
 
Για να κηδέψεις ενα όνειρο,
πρέπει πρώτα να το κάνεις.
Σαν ιδέα, σαν πνοή.
Σχηματισμός.
Σαν σμήνος.
Μετά πρέπει να πράξεις τα απαραίτητα.
Ξέρεις μωρε.
Ελπίδα, τόλμη και μεράκι.
Μέχρι που εκείνο αυτοκτονεί.
Μέχρι που τα αστέρια την πλάτη τους
γυρνάνε.
Και μένεις μόνος.
“Τι ξύλο θα βάλουμε;”
Ρωτάει το κοράκι.
“Βάλε ελπίδα.”
Στο τέλος όλα ταιριαστά να είναι.
Σαν σχηματισμός.
Σαν σμήνος.
Απο σκόνη/ονείρου/τολμηρού.
Δεν γαμιέται.
Ξανά απ’την αρχή.

Ψυχές παλιές





Ψυχές παλιές

Ψυχές παλιές κλεισμένες σε νέων μορφές.
Αγναντεύουν το χθες με λαχτάρα γεννημένη στο προσκεφάλι.
Της ελπίδας.
Ψυχές δακρυσμένες απο αυτά που δεν ζούνε.
Και απο την σοφία στην ματιά που ήρθε απρόσμενα.
Και ανηλεώς ξαφνικά και ανήθικα.
Μην κρύβεις τον ήλιο απο τα μάτια μου είπε μία απο αυτές.
Την μέρα πραγματοποιούνται τα μεγαλύτερα εγκλήματα σε βάρος σου.
Τα μάτια ανοιχτά να έχεις.
Τους υπαίτιους καθαρά να τους κοιτάς.
Σε λίγο θα σας βρω του απαντώ.
Σε λίγο θα ανταμώσουμε.
Ψυχές παλιές και γερασμένες.
Σε σώματα νέων.
Στα σώματα εκείνων.
Στα σώματα μας.
Φως.
Βάζω το χέρι.
Να βλέπω δεν θέλω.

-Σιάκας Κωνσταντίνος-