Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

από Maria Ioanna Mips.

 από Maria Ioanna Mips.
Ευδαιμονία

Ντύνω με χάρτες τους τοίχους και ταξιδεύω πλήρης.
Ένα τσιγάρο, λίγο κρασί κι αποσκευές οι λέξεις.

Θα καταλήξω στης Σαπφούς.
Εκεί, στα μπαλκόνια που κρέμονται πράσινες γλάστρες και κοπέλες με πράσινα βλέμματα.

Εκεί , στους οίκους ενοχής που ο Έρωτας βολτάρει με ειλικρίνεια.

Εκεί, στα μαγειρεία που οι μυρωδιές είναι ατόφιες και τα νάιλον τραπεζομάντιλα γεμάτα τρύπες από βαριεστημένα δάχτυλα που μπήγονται μέσα τους.

Εκεί, στα δωμάτια που οι άντρες φιλούν τα πόδια των κριμάτων τους ,ενώ στα δικά τους πόδια φορούν ακόμα τις κάλτσες τους - κάποιοι τις βγάζουν γρήγορα, νοικοκυραίοι αυτοί.

Εκεί, που όταν ο ήλιος πια μπαίνει από τα παράθυρα, οι πόρνες ρωτούν γεμάτες περιπάθεια: «Μ’ αγαπάς;» και στις άκρες των χειλιών κρέμεται η νύστα από τα χορτάτα σώματα.

Κι όμως.

Εκεί, οι πόρνες δεν κοιμούνται. Διπλώνουν λευκά καράβια τις άκρες των κοκαλωμένων -από αναγραμματισμένη οδύνη - σεντονιών και ψάχνουν για νέα λιμάνια στους χάρτες των τοίχων τους.

Να εκεί… στην Λατινική Αμερική κάτω από το παράθυρο, ψάχνουν τα καταχωνιασμένα βινύλια. Ακούν στη διαπασών λίγη Jazz και στο κατόπι ένα γρήγορο swing, λικνίζουν τα νωχελικά κορμιά και δένουν με σπάγκους τις σιωπές.

Έπειτα, ανάβουν ένα τσιγάρο, βρέχουν τον ουρανίσκο τους με λίγο κρασί, διπλώνουν το τετράδιο κάτω από τη μασχάλη και κατεβαίνοντας δυο δυο τα σκαλιά ψιθυρίζουν :

 






«Ίσως να κοιμηθώ ένα βράδυ, κι ας στάζει το ταβάνι ελπίδες»
-mips-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου