Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΕΤΑΣ ΠΟΙΗΣΗ

Οι πεθαμένοι

 Μήπως… γνωρίζοντας το ριζικό μου
τα νύχτια σχήματα, πριν γεννηθώ,
στα βάθη φτιάχνανε κάτι δικό μου…
που δυσκολεύομαι να θυμηθώ;

Μήπως… είν’ όνειρο, κι οι πεθαμένοι
φτάσαν νυχτιάτικα μέχρις εμέ;
Μην είναι φίλοι μου, αγαπημένοι;
Πόνο λιγότερο δώσε καημέ!!

Μήπως… γι' απόκριση, να περιμένω
κάτι απ’ τον πόνο τους, κάποια κραυγή;
Τη σεπτή σάρκα τους να τήνε ραίνω;
Πλάσματα, oρέγεστε πριν την αυγή;

Μήπως… να βύθιζα στην αγκαλιά τους
κι αδιάφορα να μη σκιαχτώ;
Απ’ τα λυσίκομα, μαύρα μαλλιά τους,
να ’φτιαχνα κόμπους μου για φυλαχτό;

Μήπως… στ’ απόκρημνα της ειμαρμένης
κι αντί στη θέση τους, βρίσκομ’ εγώ;
Μήπως… μολύνθηκα μιας ξεχασμένης
αρρώστιας άγνωστης, γι’ αυτό ριγώ;

Μήπως…με στοίχειωσαν αυτά που είδα…;
Νάν’ της ξαγρύπνιας μου, τα φοβερά!!
Αχ, και να λύτρωναν στην πρώτη αχτίδα,
βόγκοι και ψίθυροι και πνιγερά!!







Ναυσίν άριστοι

Σε όσους η μοίρα
στάθηκε έρημος


Είναι ανάγκη, να διέρχομαι συνέχεια των Κυκλάδων
ως να πλησιάσω των ματιών τους το βυθό.
Τα σχήματα των μυστικών τους λέξεων ν’ ανασύρω
και να τους αποδώσω, με λόγο αρμυρογέννητο.
………………………………

Ποια νυχτωμένη της είσοδο, δεν ακράγγιξαν
και ποιάν αφετηρία της…
Μη δεν αλμάτισαν, στη συμμετρία της μέσα;
Μη δεν σκόρπισαν, πλαγκτόν πολύφωτο,
μ’ απροσδιόριστο σχήμα;

Άσκησή μου η σιωπή, στη μοναξιά του ωροδείχτη.
Αναψυχή μου η θάλασσα, στην άμμο της κλεψύδρας.

Η θάλασσα, δεν ακολούθησε τα αισθήματά τους…
Έγειρε σάβανο, τη νύχτα
και κακοσόρισε την τύχη τους, κρυφογελώντας.
Τους έσυρε, στην υγρή κάθοδο της αβύσσου
και βύθισε, των ματιών τους τα έλκηθρα,
σ’ ένδυμα φωτός.


Λυκαυγή

Αρχαία κρυστάλλινα γύρω μας βλέμματα
φωτίζουν στο γκρίζο της άναστρης νύχτας
σκιές των βυθών λεκτικές σαν τον άνεμο,
με όψεις χλωμές στην διάφανη ομίχλη.

Κατόπιν βροχής της πανσέληνης άνοιξης
περνούν συνετά την αντίπλευρη όχθη
πλημμύρες μορφές, στων βυθών τα περάσματα
θρηνούν τις πληγές των ανάσκελων βράχων.

Σκορπίζουν στο κύμα διερχόμενοι απρόθυμα
εντός των αφρών της υδάτινης κλίνης,
ενάλια ντυμένοι - γυμνοί ταξιδεύοντας
αλάργα στη χαίτη ενός όστρακου γόνου.






Αντιγνωμία Ι Ι
- Υγρός ανέκφραστος
Αιμόφυρτος θνησιγενής βυθός
Αργό το φως
Κι ο θάνατος στη μνήμη μου:
Κραυγή σε φυσαλίδες.

- Μαθήτεψα στο σώμα της, μικρός αφρόγλαρος
Ιόνιος λευκοσκότεινος σωρείτης
Φεγγαροδέσμη της νυχτός
Χαλκός αφρός
Κέλυφος
· πότε νυκτικό
Κλαδί από κρίταμο.

- Δυσδιάκριτα διαρρέει στο αίμα σου,
Βοριάς φονικός,
Υγρός ναυσιπλόος θάνατος.



Νηρηίς 

Στάθηκα λίγο, ν’ αγναντέψω από τα πέλαγα…
Είδα μια πόλη, ξακουστή για χίλια χρόνια!
Στις πολεμίστρες κι απ’ τα τείχη τα αιώνια,
με χαιρετούσαν οι γενναίοι, και τους γέλαγα!

Είδα καράβια, με τελώνια και αυθέντες.
Όσους κουρσάρους που ποθούσαν τ’ αψηλά της.
Τριγυρινά, και στ’ άλλα πέρατα κουβέντες
άκουγα μόνο, στ’ όνομά της!…

Είδα κοντά της ηγεμόνες, πλάι στα κύματα.
Τη συνοδιά των διαλεχτών απ’ τα Βυζάντια.
Είδα σπιγούνους, να τη σπρώχνουν τ’ αποστήματα
στο μισεμό, και στη κατάντια…

Είδα της Δύσης άνεμο, τα στοιχειωμένα ζάρια…
Τον Ποσειδώνα, που ’βγαλε βούκινο στο κοχύλι.
Είδα και τα νησόσπαρτα στα τοξωτά της χείλη,
τους πειρατές, που φόρτωναν πραμάτεια της στ’ αμπάρια…
Κων/πολη 1985

- Ήθελα να ’χα μια ρακή, να μέθαγα τις τύψεις
ν’ ανέβω από τον Εύξεινο στη στράτα να με βρεις!
Μα πρώτα πες μου, τη χαρά και πώς θα τήνε κρύψεις
όταν την άμπωτη έρχομαι, ξανά για να με δεις;

- Πήγα μακράν και κρύφτηκα, στη χιώτικη τη ράχη
και καθώς ξέρεις, έφτασα, στης Σμύρνης τ’ ανοιχτά…
Αν με ρωτάς ποιον μούτισαν κοντά στο καταράχι,
δεν με λυγάει Κομιτατζής, στο θάνατο μπροστά.

- Ώστε στην πόλη ανέβηκες, του πλοίου τη σκάλα πάνω
και πολεμώντας γύρισες στου Πόντου τις σπηλιές;
- Έχω στα μάτια δυο στεριές, μα δεν τις φτάνω.
Μοιάζουν του Αιγαίου θάλασσες, κι ακρογιαλιές!

Κων/πολη 1990 

Σύμβολο 

Όταν την πρωτοστόλιζαν, τα μάρμαρά της πάνω
τα σμίλευαν θαλασσουργοί, φάντες, μικροί τεχνίτες
σε πλοία· γοργόνες λαξευτές σκυφτές στον πορτολάνο,
κάμναν σπουδές βαλλιστικής χτυπώντας τους κομήτες.

Την καλοχρόνιζαν πολλά, κι οι χρυσολάτρες άντρες,
και την κερνούσαν, κι έπινε, κρασί μαγαρισμένο.
Στο κομπολόι μετρούσανε κεχριμπαρένιες χάντρες,
κι έστεκε τέσσερις καιρούς, μ’ όνομα ξεχασμένο…

Την εστεμμένη θέλησα, κοντά για να τη φτάσω,
και προσδοκώντας να σταθώ μπροστά στους μυροφόρους,
για την μερσίνη των Θεών κι εφέτος θα γιορτάσω,
με μισαλλόδοξο λαό κι ασκούντες μισθοφόρους.

Το σμαραγδένιο δίπετρο μακρύ, λαμποκοπάει
και προς το λόφο του Αρδηττού μοιάζει να ταξιδεύει…
Σ’ ένα καμβά κάποια μικρή την Αθηνά κεντάει,
και το ρουμάνι του Υμηττού στα χέρια της θωπεύει! 

Ναυτίλος

Στο Χρόνη Πολυχρονάκη

- Κίνησα πάλι από νωρίς, να ’ρθώ να σου μιλήσω
για κείνα τα μεσόδρομα, σινάφικα καράβια…
- Φύσηξε μεσοβέζικο, και πώς να σου μηνύσω
που τα’ χω απίκου κρεμαστά, βαφτήρια, και μοράβια;

- Αυτή σου η έκφραση… Λοιπόν, τρόπους δε σου ’χουν μάθει;
- Οχτώ βυζάχτρες χταποδιού στα πόδια μου πλεγμένα…
- Ερασμική, που του ’μαθες τη γλώσσα του με λάθη… 
- Κάθε ριξιά κι ανάσανε, διπλά, πριν από μένα.

Θωρώ κι αυτήν, που γελαστή δήθεν κρατά τη νύστα.
Σαν κεραστής την Έμπουσα γελώ, για λίγη σάρκα…
- Εδώ, στο νυχτοπάλεμα, σε ψάχναμε στη λίστα…
- Ξανάρθω από τα κύματα, παλεύοντας μια βάρκα!

Ας μείνω… - Αμεταγύριστος, για του βυθού το χρώμα!
Για το ψηφί που ’χει φθαρεί στην υφαλοταινία.
Κι άπλευστος όπως ξέμαθες, αντίπραξε το σώμα
κακόσιτος του χορταριού, σε πείσμα και μανία.

Ο νυχτομπάτης δρόσισε, η αύρα της θαλάσσης.
Άστρα μικρά μαγευτικά στα χέρια σου πλασμένα.
Πες μου, αν θέλεις, γάτη μου, ποιος τα ’θελε να φτιάσει·
τα μέλη, πες μου, μέσα του, δεν ήταν κουρασμένα; 


Κύμα
- Αλάργα μέσ’ απ’ τα ποτάμια ταξιδεύω…
Έχω περάσει στα μαλλιά του ωκεανού.
Νερένια άβυσσο, το γούστο που γυρεύω:
«Κοχύλι Τρίτωνος, την δόξα του χαμού!»

Ξέρω το κύμα, τον βυθό και την αντάρα!
Έχω για ορμήνια του Νηρέα μυστικά…
Και με βλογούνε οι Νηρηίδες στην κατάρα,
όπως τη στέλνει ο Ποσειδώνας στ’ ανοιχτά.

- Όταν ματίσεις τη σκουριά με το κορμί σου,
λαμπρή να βάλεις φορεσιά με τη Στριδώνα.
Να μοιάζει απόκοσμη στη λίθο η μορφή σου,
όπως στις πρώρες των Φοινίκων, η γοργόνα.

Πρόσφερε το αίμα σου, για θάλασσα κι αλάτι·
κι αν η Αμφιτρίτη δεν ρισκάρει ανταλλαγή,
δώσ’ της εκείνο από κοχύλι το ’να μάτι
και ρίξ’ τη εκεί, απ’ όπου ήρθε, να πνιγεί. 




Σαγκάη

Στον Παύλο Τσαλπαρασίδη

Παύλο,

σου γράφω από τα «σπίτια» στο ποτάμι
καθώς ψαρεύω, συντροφιά με μια Κινέζα.
Κρατά μακρύ μέσα στα χέρια της καλάμι
κι έχει δολώσει σκαρτσιμά τη μεσσηνέζα.

Εδώ, το ρύζι προσκυνάνε για καρπό τους
κι έχουνε γούστο τους τη μέντα και το κάρυ.
Φορούν στη βόλτα τ’ ακριβά τα κιμονό τους,
και κάνουν βήματα κοφτά, ξέρεις, με χάρη…

Στα πάρκα, θέλοντας να κάνουνε αστεία,
μας δείχνουν δράκους και προτάσσουνε τα στήθη!
Με τη φωτιά να συνεπάρει απ’ την εστία
και τις σκιές να ζωντανεύουν απ’ τα τείχη…

Παύλο, σαν φύγω απ’ τη Σαγκάη ένα πρωί
- και θα ’χω αφήσει πίσω έκδηλα τη λύπη,
θα μοιάζει ο έρωτας να φεύγει την αυγή
καθώς θα βλέπω ανατολή
· και θα μου λείπει…

Σινική Θάλασσα 1978 
Δεν ήρθε…

Δεν ήρθε στ’ όνειρο και δεν κοιμάμαι.

Μήπως ναυάγησε μέσα σ’ αυτό?
Είχαν τα μάτια της στεριά, θυμάμαι.
Σ’ αυτήν ευχόμουνα πάντα να βγω.

Μετρώ στους χάρτες μου στεριές, μιαν άκρη.
Τ’ αστέρια λάθος μου που τα μετρώ.
Μήπως σπαράγματα βράχων και μάκρη
μου τήνε κρύψανε, στεριά μη δω?

Νύφη μη ντύθηκε, σαν τη σελήνη,
και στ’ αφροσκέπασμα δεν τη θωρώ?
Χλωμή από θάνατο, δεν θέλει εκείνη
τον ίδιο θάνατο, να νιώσω εγώ?

Γιατί τα μάτια της λάθος θυμάμαι?
Θάμπωσε τ’ όνειρο και τα ξεχνώ?
Ας ήταν στ’ όνειρο κοντά της να ’μαι
κι ας βυθιζόμουνα κι εγώ σ’ αυτό.



Πού να ‘σαι, τώρα…


Μην είσαι δίπλα μου, σε απόσταση μικρή?
Κάποιο λουλούδι, με τα πέταλα κλειστά?
Έρημος που ‘γινε μια θάλασσ' ανοιχτή?
Μην είσ' ο γλάρος, που μιλάει ψιθυριστά?

Μήπως σταυρός, σε μια καδένα μου χρυσή?
Ένα παράθυρο, με θάλασσα μπροστά?
Ουράνιο τόξο σ’ ένα πέλαγο βαθύ?
Μες στο ποτήρι μου, μην είσαι αντικριστά?

Τι να ‘σαι, τώρα…

Μήπως τη νύχτα έχεις ντυθεί περιβολή?
Μήπως σελήνη με τα φώτα σου σβηστά?
Μήπως ο γλάρος που 'χει πέρα βυθιστεί?
Μήπως βυθός σε καταγάλανα νερά?

Τι να ‘σαι τώρα…

Σκόνη μην έφτασες και μου ‘δωσες φιλί?
Μην περιστέρι, με κατάλευκα φτερά?
Μην ήρθες δάκρυ, που το ζήλεψε πηγή?
Άγνωστη γλώσσα, που γνωρίζει προσφυγιά?

Τι να 'σαι τώρα

Καράβι που ‘ρθε κάποια νύχτα με βροχή…?
Φύλλο μην ήρθες, χτυπημένο απ’ το Βοριά?
Δρόμος που πάτησα την άσπρη του γραμμή?
Μήπως δυστύχησες και τώρα είσαι βαριά?

Τι να ‘σαι τώρα…

Που ‘ταν για μένα η θύμησή σου προτροπή.
Μην είσαι ανάμνηση μαζί και λησμονιά?
Σ’ έναν παράδεισο, που εγώ δεν έχω μπει?
Μια οπτασία, στον ορίζοντα μακριά?

Πού να ‘σαι τώρα…

Mες στον καθρέφτη που σε βρίσκω πάντα εκεί…
(Μην είμαι εικόνα της, κι αυτή δεν είν’ αυτά…?
Μήπως... η θύμηση… μην είναι υποτροπή?
Μήπως αρρώστησα, κι εγώ είμαι βαριά?

Μη στον παράδεισο, δεν είναι… κι είμ’ εκεί?
Μήπως, τ’ αντίθετα συμβαίνουν, κι είμαι αυτά?
Σκόνη μην έγινα στα χείλη της φιλί?
Μην είμαι η νύχτα κι ο σταυρός, εδώ μπροστά…?)


Του ονείρου
Γιατί στου ονείρου το σκοτάδι
καντήλι, φλόγα είδα και λάδι?
Τι συμφορά…

Φορούσα μαύρο – λέει – μαντήλι
και φτέρωναν απ’ το καντήλι,
μαύρα πουλιά.

Είδα και μνήμα, θρήνο απάνω
κι αυτόν π' αγάπησα να χάνω,
παντοτινά.

Όνειρο πια να μη το κάμει,
να τρέχουν δάκρυα σαν ποτάμι,
αληθινά.

Σ’ αυτό το δάκρυ - κύμα πάνω,
ένιωσ’ απόψε σαν να χάνω,
κάθε χαρά.

Θα περιμένω, εγώ, καλέ μου,
γιατί το σφύριγμα τ’ ανέμου,
μου λέει πολλά!




Α, να ’χα…

Α, να ’χα των ψαριών την τύχη,
- να ’μαι τσιπούρα, όσο μια πήχη,
να ξημερώνω εκεί στα βότσαλα,
στων ύφαλων τ’ αφρότσαλα.

Μες στα κοράλλια και στα φύκη!
Στα παγωμένα κι άγρια μήκη
να βλέπω εγώ τα λάθη της…
των βυθισμών τα πάθη της.

Να ταξιδεύω στων κυμάτων
τη μοναξιά· και στων ρευμάτων
τη χάρη, εγώ να δίνομαι,
στο ρεμβασμό ν’ αφήνομαι.

Α, μέσα να ’μουν, στα πελάγη,
κι ας θέλει το θεριό ν’ αρπάγει.
Κι όσοι έχουνε τα χρήματα…
άει του διαβόλου, θύματα!



Γιατί…?

Άκου…! παράξενα δεν κλαίει το κύμα?
Δεν μοιάζει ανθρώπινη πόνου κραυγή?
Μήπως ο Θάνατος δεν βρήκε κρίμα
και κάτι σήμανε για μας η αυγή?

Εκείνος ο άνεμος, δεν λέει να πάψει!
Δεν έχει η θάλασσα σιωπή, γιατί?
Γιατί το σύννεφο δεν λέει ν’ αστράψει?
Θέλει λιγότερο να ’ναι βατή…?

Μήπως λιγόστεψε? - Απ’ τις χαρές της?
- Μήπως την “έδεσαν” σε μιαν αχτή?
- Θα ξημερώθηκε στους εραστές της,
κι αυτούς που πλάγιασαν νεκροί σ’ αυτή!

Σωροί δε γίναμε στις αγκαλιές της?
Tα οστά μας ξάσπρισαν και λες: Γιατί?
- Για δες..! ολάνοιχτες είν’ οι πληγές της!
Οσμή εγκατάλειψης, θρήνος! Γιατί…?

Πίντα 

Κάνε το ξύλο ασίγαστη φωτιά
και δώσ’ μου τέχνη, σίδερο στ’ αμόνι
, 
για να σου χτίσω απόψε με νοτιά
ένα καράβι, θάλασσες να οργώνει…

Για να βρεθούμε! πέρ’ απ’ τις στεριές
να βγάζουμε στους χάρτες τις πορείες
·
και στα ταξίδια να ’χεις να μου λες
παλιές σου αγαπημένες ιστορίες.

Για τον Βερίγγειο, μέχρι τα φουρνώ,
το Πορτ Ελίζαμπεθ, το Σάντος και το Ντίσκο.
Από τα μπαρ του Χιούστον να περνώ
και πάντα μεθυσμένο να σε βρίσκω. 



Ελεγεία 


Ξέρω κάτι καράβια, που δεν λύσανε
και κάποια, που ποτέ δεν είχαν δέσει,
που γυναικών τα μάτια δεν δακρύσανε,
γιατί σε μόλο αυτά δεν είχαν πέσει.

Ξέρω κάτι καράβια, που δεν βρέθηκαν,
που χάθηκαν,  στου χάους την ειμαρμένη,
που οι ναύτες, καρτερώντας πια βαρέθηκαν,
προσμένοντας γνωστό, να περιμένει.

Ξέρω κάτι καράβια, που αρμενίσανε
στα πέλαγα, με αμπάρια φορτωμένα,
που ανθρώπου μάτι αυτά, δεν αντικρίσανε,
γιατί 'ταν μυστικά λαθροφτιαγμένα.

Ξέρω κάτι καράβια, πια περήφανα,
που τα ‘κοψαν του σίδηρου οι λατόμοι,
και κάποια, που τα σμίλεψαν με γλύφανα·
που μοιάζανε διαμάντια, - κι είν’ ακόμη.

Ξέρω κάτι καράβια – σαν και μένανε –
που από τα χρόνια σκούριασαν και γείραν.
Φαντάσματα καράβια, που προσμένανε
το ναύλο· και ραπόρτο που δεν πήραν.

Το καράβι ΙΙ

Στάσου, καράβι σιωπηλό που πας προς την αιθάλη,
- που στη νυχτιά λογίζεσαι καράβι φθονερό,
να πάρεις ναύτη μεσιανό στην κόφα τη μεγάλη,
για το στερνό ταξίδι του κείνο το φοβερό.

Και δώσ' στο γέροντα σχοινί, και δείξε του να πέσει
και στο σκαρί σου δέσε τον καλά να κρατηθεί,
να σύρεις απ' την άβυσσο ό,τι νεκρό  σου δέσει,
να βρει κι αυτός κάπου να πάει για ν’ αποκοιμηθεί
. 


Κι αν κοιμηθεί δώσε χαρά στο γέροντα το ναύτη,
- γαληνεμένη του η ψυχή σε καθαρά νερά – 
μα να ‘ναι γύρω φωτεινά σαν φως φάρου που αναύτη,
να ξαποστάσει το κορμί εκεί που αστροβολά.

Και δώσε γύρω ζωντανά και να ‘χει από τα μύδια,
και δώσε ψάρια του βυθού να βόσκουνε στην άμμο,
να του χαϊδεύουν τ’ αχαμνά τα κόκαλα στολίδια,
που τόσο πολύ πόθησε να βρίσκονται κει χάμω. 

Και δώσε πέλαγο βαθύ κι όλα τα μήκη δώσ’ του,
και να 'χει φύκη δροσερά μ’αχτένιστα μαλλιά, 
και να ‘ναι οι βράχοι σκελετοί, ρημάδια έτσι εμπρός του,
για να θυμάται τα βουνά που πάτησε παλιά. 

Στάσου, καράβι, για να δεις που ησυχασμό δεν έχει…
Βιάζεται, θέλει Θάνατο σε χρόνο αληθινό.
Πήρε η ψυχή και τον μισεί, κι αυτός δεν την αντέχει.
Έλα και πάρε τον μαζί σε τόπο αλαργινό. 


Ο αρραβώνας

Στη Δήμητρα Δελακούρα

- Το νυφικό που μου ‘ταξε, μ' αγκάθινο στεφάνι.
Το δαχτυλίδι της χαράς δεν πρόλαβα να δω.
Αν ήταν άλλη, κι όχι εγώ, μπορεί να ‘χε πεθάνει.
Μήπως στενάχωρα ζητώ μ’ αυτό πάντα να ζω?

- Λόγια στ' αυτιά που 'ναι φαιδρά δεν πρέπουν σε γυναίκα.
- Μοιάζουν ενώτια λαμπερά μ' από χρυσό φτηνό.
Ήξερα πέντε σαν κι αυτόν μα τώρα γίναν δέκα.
- Πλέξε με κόμπους τους λυγμούς και κάνε τους λινό.

- Ξεπούλησέ μου τη σοδειά να σου πουλήσω κι άλλη.
- Κάνε το δάκρυ σου βροχή να σου χρωστάω πολλά.
Θωρώ τα μάτια σου καιρό με ξένο ματοκυάλι.
- Οι στοχασμοί, πώς λάθεψαν και βλέπουμε θολά?

- Πάρε χαρτί κι αρμένισε, με κείνη τη μελάνι…
- Στοχάσου μι’ άγκυρα μακριά και πέλαγο βαθύ...
- Λύσε τις δέστρες της ψυχής απ’ το παλιό λιμάνι
και τη παντιέρα στάμπαρε σε καθαρό πανί.

Έμπα στο φως για να διαβείς μια θάλασσα γαλήνης.
Εδώ η ψυχή με χρώματα και ιριδισμούς πολλούς.
Εδώ η χαρά είν΄ ανείπωτη κι εσύ την κατευθύνεις.
Εδώ είναι φλοίσβος και χωράει μονάχα τους καλούς... 



Βηρυτός

- Στέκεις στη πίντα της ακτής
πάνω σε κάβο που τεζάρει.
- Στη Δαμασκό θε να με βρεις
ή στης Σιδώνας το παζάρι.

Έχω τον πόλεμο, πατρίδα!
Έχεις ανάγκη να σ’ το πω;
- Μα… στην ομίχλη που σε είδα…
- Δεν σ’ έχω εχθρό μου, σ’ αγαπώ!

- Εδώ… γιατί δε σκοτεινιάζει;
- Είν’ το φανάρι, της ντροπής!
Σε μένα θάνατος ταιριάζει
κι όπου ησυχία της θαφής.

Με το μπαρούτι κοινωνάμε…
- Φτιάχνουν θρησκεία στ’ όνομά του;
- Έχουν το χρήμα, δεν κοιτάνε
την αγωνία του θανάτου.

- Και τη σημαία, πότε τη χάλασες;
Μέσα στη δίνη του πολέμου;
- Στάζουν τα μάτια μου δυο θάλασσες,
σε κάθε φύσημα του ανέμου.


Ο Βράχος

Βράχος είμαι, και στέκομαι κι έχω γιγάντινη όψη
κι ήρθαν φορές που βρήκανε κι ακούμπησαν οι οχτροί μου
στο γρανιτένιο μου κορμί, το χιλιολαβωμένο.

Είμαι και σχήματα πολλών και λείψανα κοράλλια
και μέλη έχω στα μέλη μου τα έμβρυα της θαλάσσης
μα… θύμωσα ως αντίκρισα ακρόπρωρα φρικώδη,
κορμπίτες και κωπήλατες εμβολοφόρες Τριήρεις.

Βυζαντινούς
· βαρδιάτορες αντίκρισα στη βίγλα
και στο σταντάρδο Αγαρηνών πειρατική παντιέρα.
Τους σκλάβους μες στα κάτεργα τους αλυσοδεμένους,
κι όσους τους διέταζαν σκληρά, μανούβρες και ρεμέτζα!

Απόψε, άνεμος χάιδευε τα σχήματά μου μέλη
κι ήρθαν ξανά και φτάσανε κι ακούμπησαν οι οχτροί μου
στο γρανιτένιο μου κορμί, το χιλιολαβωμένο
το σύγχρονο, που το κοσμούν δίκροτα και φουσάτα… 


Νίτο

Κοίταξε την πλοηγίδα,
σέρνει κύματα ξοπίσω!
- Φτάσανε και τα μελτέμια…
- Μάθε με να τα ξηγήσω!

- Δίμορφη και κοσμοπλάνα…
- Τη λαξεύανε στην Κρήτη;
- Μη ρωτάς, κανείς δεν ξέρει
τον θαλασσουργό τεχνίτη.

- θα το ξέχασες! Δεν είπες
πως, του Ποσειδώνα η χώρα…
- Ήταν κάποτε, το ξέρω,
όμως δεν υπάρχει τώρα.

- Μα τι λες; Άκου, μιλάνε!
- Το μυαλό σου φτερουγίζει.
- Να, του Ποσειδώνα η κόρη
τραγουδά και μου σφυρίζει.

Το μικρό της Αμφιτρίτης
βόρτες φέρνει απά στην άμμο.
- Χόρεψε με τη ματιά σου
κι άσε την να πέσει χάμω.

- Θα στη βρω! - Στην καταιγίδα;
- Κάπου εκεί θα κολυμπάει…
‘‘Ένας ναύτης που τους βλέπει
το γυρίζει και γελάει’’.

Βρε Μπενίτο, χαμογέλα!
- Α! Μας χαιρετά ο Ντάντε!
- Οδηγήτρα είναι η πλώρη
και της μηχανής το αβάντε.

- Γεια σου, Ντάντε! Καλό δρόμο.
Φέγγε με το πυροφάνι!
- Κοσμομάντισσα γοργόνα…
- Πέρασε, και δεν εφάνη! 



Σαν ταξιδέψεις…
Σαν ταξιδέψεις, πάντα
μετρώντας τον εξάντα,
να σεργιανίζεις πέρα
με γαλανή παντιέρα.

Βέντο με γρύλο τριόπα
στη βαρδαφόγο σ’ το ’πα
ματσόλα και καβίλια
για χίλια μίλια
με φίλο σου κι οχτρό σου
τον διπαράλληλό σου.

Κάβο μανίλα τριέμπολο
με πλέξιμο δεξίστροφο.
Τρισίλιο και παρέμβολο,
κορδόνι δίστροφο! 


Θυμάσαι…?

Θυμάσαι, γιε μου, τη γιαγιά
που ερχότανε στη σιγαλιά
της νύχτας, να σε πάρει?
Που παραμύθια να σου πει
της ζήταγες, μικρό παιδί,
με το φεγγάρι?

Θυμάσαι, που με προσμονή
τη νεραϊδίσια της φωνή,
ήθελες μόνο?
Να σου χαϊδεύει τα μαλλιά
και να γιατρεύει με φιλιά,
τον κάθε πόνο?

Τώρα, σε ζήτησε η γιαγιά
και λέει, πως σου χρωστάει φιλιά.
Παράπονο έχει.
Πριν απ’ τον κόσμο αυτό χαθεί,
θέλει με σε ν’ αγκαλιαστεί.
Πια δεν αντέχει.

Έλα, για λίγο! Θα χαρεί…
Λέει πως το σώμα της βαρύ,
- στερνή φορά της…
Έλα, καμάρι μου κι εσύ,
έλα να πέσουμε μαζί,
στην αγκαλιά της.


Diego Morales 

Ο Diego, από τη Σάντα Φέ,
που ‘χε πολλά γνωρίσει,
κάποια νυχτιά, μες στο χασίς,
οπού ‘χε αυτός βυθίσει,

μας μίλησε για του καπνού
το πνεύμα, στην αιθάλη,
και πώς αυτό, που λαχταρά,
φέρνει χαρά μεγάλη.

Αυτός ο φίλος, o πιστός,
ο πιο πολύ δικός του,
πάντα σαν φίλος φέρονταν
και φρόντιζε τα εντός του.

Κι όταν η μοίρα, θέλησε
στερνά να το καπνίσει,
το πνεύμα εκείνο, του καπνού,
πήγε να συναντήσει.

Το πνεύμα αυτό, το αιθαλικό,
έλυσε κάβους βράδυ,
και με τον Diego, στο Garonne
βύθισε προς στον Άδη.

Sao Paulo 1979

Απόψε, αναθυμήθηκα
και ξαναγράφω πάλι…
Για την ανάμνησή μου αυτή,
νιώθω μια κάποια ζάλη.

Ήτανε ψεύτης ή σοφός?
Τρελός? με δόλια γλώσσα?
Άλλης νυχτιάς το ξάφνιασμα
δεν θα υπόσχετο, όσα

εμείς, με δέος εζήσαμε,
ανυποψίαστοι, πλάνοι,
-κι ακόμη τώρα που ιστορώ
με τούτη τη μελάνι,

αναριγώ, θυμούμενος…
Τρελός ή μάγκας τύπος?
Στο μέσα μας, βαθιά, θαρρώ,
δεν ήμαστε όλα… μήπως…?

Μάλκο 

Στον Ιάσονα Σταυράκη

Έχει για σπίτι μια σπηλιά
και πότε μια καμπίνα.
Στ’ αλαργινά ακρογιάλια του
σύφιλες, καραντίνα.

Έχει για γούστο τα prive
του Παναμά μοντέλα.
Κεντήματα βλεννόρροιας
σε ξακουστά μπορντέλα.

Τραβά την Κόκα, το LSD
σε τρίφυλλο χασίσι,
κι όποιος κοτάει να παραβγεί
να ’ρθεί να του μιλήσει.

Άει να δούμε, θα μπορούν
περήφανου τα μπράτσα;
Πώς να κατέχει ο άμοιρος
πως είναι από την πιάτσα.

Ξέρω, τον βλέπεις διαβαστή
τελώνιο της θαλάσσης.
Σαν του λασκάρει ο κάβος του
πούθε να τον γελάσεις!

Θα λες: Του πρέπει μια θηλιά
και μαχαιριά στην πλάτη…
Όμως, τιμά τους φίλους του,
που του ’βγαλαν το μάτι.

Γι’ αυτό, τους στέλνει μήνυμα
σε καμπινέ του πλοίου,
στο πρώτο του ξεκίνημα,
στον εθισμό του Οπίου.


Le suicide 
Ήταν η κόρη του Φαβιέρ του ξενοδόχου, η Στέλλα.
Τι μες στη νύστα τη γλυκιά που του Μορφέα το χάδι
σ’ άχρονη με ταξίδευε παραμυθένια τρέλα,
ήθελε μες στο βράδυ?

Ήταν χλωμή, μα η χροιά στη γαλλική της γλώσσα
έμοιαζε με το χαΐδεμα μιας μουσικής• εξαίσια!
Την άκουσα πια σοβαρά όταν κατάλαβα, όσα
συνέβαιναν απαίσια.

Είπε: Ο Φαβιέρος μια θηλιά πως είχε αυτός κρεμάσει
από το δέντρο της συκιάς, που βρίσκονταν απ’ έξω…
Έτσι, καθώς ξανάσαινε για κείνη του την πράξη,
σηκώθηκα να τρέξω.

Τα γουρλωμένα είδα νεκρά του μάτια πεταγμένα
και τον νεκρό να κρέμεται ξέψυχα, στο σκοινί του.
Ήταν τα πάντα του χλωμά και παραμορφωμένα,
καθ’ άκρια στο κορμί του.

Αμέσως, ήρθαν ο Πιέρ κι ο Ντάριο προς εμένα
κι είπαν να πάω στη μάνα της, να την παρηγορήσω.
Ήρθε κι η Ντιάνα η βιζιτού με τα βυζιά αφημένα,
πώς μου ‘ρθε να τη βρίσω…

Καθώς τις συλλυπήθηκα με τον νεκρό μπροστά μου,
πέταξα κείνο το σκοινί που ‘χε ο νεκρός τους δέσει.
Όπως τον εναπόθετα με προσοχή, μη πέσει,
μηδένιζε η καρδιά μου.

Έτσι και βρέθηκα με δυο να κλαιν μόνες γυναίκες
χωρίς προστάτη κι αδερφό, χωρίς με το Φαβιέρο.
Τι θλίψη, Θεέ μου, σκέφτηκα και πήγα για να φέρω,
δυο – τρεις καρέκλες.

Κλαίγοντας μάνα και παιδί, πρόσεξα πως ο Ντάριο
- ράκος ανθρώπινο κι αυτός στην τόση στενοχώρια,
έβαζε μες στα χέρια τους ένα μικρό ροζάριο,
κάτι, σαν παρηγόρια.

Είπα κι εγώ, δακρύζοντας, σε τι ωφελεί ο σταυρό σου,
κι Aυτός μη δεν κρεμάστηκε σ έναν σταυρόν απάνω?
Ποιος δαίμονας, για σε, Φαβιέρ, ζήτησε το κακό σου,
κι ασάλευτο σε πιάνω?

Η Στέλλα, απά στο ξέσπασμα του ποιητικού μου χρόνου,
πρόσφερ’ αδόκητη αγκαλιά κι ένα φιλί της.
Σαν ν’ ασελγούσε πάνω μου η θλίψη αυτού του πόνου,
ένιωσα το κορμί της.

Δεν ήταν πρόχειρη αγκαλιά, είχε μιαν άλλη σφίξη,
μια θέρμη πιότερη απ’ αυτό που εκεί, τώρα είχε γίνει…
Μήπως η θλίψη σ’ όλ’ αυτά μας πρόσφερε μια νύξη,
που ’θελε κείνη…?

Χαλάρωσα το σφίξιμο και το κατάλαβε όταν
έδειξα προς τη μάνα της, που ‘ταν αυτή μονάχη.
Τον αστυνόμο ζήτησα να φέρουν, έτσι οπόταν,
αλλού τη σκέψη να ‘χει..

Λίγο πιο αργότερα, από ‘κει σηκώναν το Φαβιέρο
κι ήταν θαρρώ, σα να ‘φευγε ζωή απ’ το μερτικό μου.
Όσα μετά κι αν ήρθανε… νιώθω πως κάτι φέρω,
δικό του και δικό μου....


Ο τρελός

Με λεν παράξενο, γιατί διαφέρω από τους άλλους,
κάθισε, να στα πω…
Εγώ, δεν είμαι σαν αυτούς, τους άλλους παπαγάλους,
γι’ αυτό με λεν τρελό.

Όπου κι αν ψάξεις, θα με βρεις, όποια σηκώσεις πέτρα,
με ξέρει κι ο βυθός.
Μόνο στη γύμνια της ψυχής δεν προσδοκώ κουβέρτα,
γι’ αυτό μοναχικός.

Έζησα θάλασσες, στεριές, το θάνατο είχα πάντα
πιστό συνοδηγό.
Τώρα που φτάνω στα τρελά τα πρώτα μου σαράντα,
δεν ξέρω να σιωπώ.

Όλοι τρελό με ξέρουνε, μα οι πράξεις μου σταράτες,
μπέσα, κι αληθινές.
Δεν έγινα έμπορος τρανός πουλώντας τους πατάτες,
βρόμικες και σαπρές.

Φοβόμουνα τους λογικούς, γι’ αυτό δεν είπα κάτι,
χρόνια τώρα πολλά.
Όσοι νοούνταν φίλοι μου και μου 'βγαλαν το μάτι,
ήταν λειψή χαρά.

Ανάμεσά τους, που ‘ζησα, ένιωσ’ αγρίμια να ‘ναι,
σκύλοι, ξεχωριστοί.
Είδα σ’ αυτά τα δόντια τους, τις σάρκες να σκορπάνε,
λύσσα, μοναδική.

Δείχνοντάς τους τον Άνθρωπο, τους μίλησα γι’ αγάπη,
δεν έβαλαν μυαλό.
Αρέσκονται τώρα να λεν: Πώς στο μυαλό εξετράπει…
με βάφτισαν τρελό.

Μόνο γι’ αγάπη ξέρω εγώ, για θάλασσες κι αστέρια,
φίλε μου, διαλεχτέ.
Αυτά που σ’ ομολόγησα, τα κράτησα στα χέρια,
 
καλέ μου, κι αρεστέ.

Δώδεκα θα 'θελα

Έναν Γενάρη, θα ‘θελα, με χιόνια και με κρύα.
Μες στου χωριού τη σιγαλιά, ν’ ακούω τη νύχτα τα σκυλιά,
αργά, κατά της μία.

Έναν Φλεβάρη, θα 'θελα, σε κάποιο ερημονήσι.
Να ‘χω μια βάρκα με πανιά και να γυρίζω όπως παλιά,
πίσω, κατά τη δύση.

Το μήνα Μάρτη, θα 'θελα, λουλούδια του να πιάσω.
Να κελαηδούνε τα πουλιά, κι όταν αντίκρυ μου η φωλιά,
ψυχή μου, ας ησυχάσω.

Έναν Απρίλη, θα 'θελα, κάτι από τη δροσιά του.
Να ζήσω του μεσημεριού, εκεί που η μάνα του φιδιού
νείρεται τα φιλιά του.

Του Μάη τα δέντρα, θα ‘θελα κι ότι της γης δεν είδα…
Να δω το πράσινο ποθώ, κι άλλοτε πια μη στερηθώ,
την όμορφη χλωρίδα.

Έναν Ιούνη, θα ‘θελα, μ' όλα του τ’ ακρογιάλια.
Για να βρεθώ εκεί μέσα της, στη δαντελένια τρέσα της
να ψάχνω για κοράλλια.

Θα 'θελα Ιούλη, να χαρώ μια ηλιόλουστη βαρκάδα.
Να 'χει μια θάλασσα παιδιά και να 'ν' τα πάντα όπως παλιά,
στην ξέγνοιαστην Ελλάδα.

Αύγουστο, θα ‘θελα, κι εκεί να δίνομαι, με ζήλο!
Να ‘ναι ζεστή – φλόγα κεριού η άμμος του καλοκαιριού,
να παίζω με τον ήλιο.

Έναν Σεπτέμβρη, θα ‘θελα, να ζήσω αυτή τη στρώση:
Φύλλο να γίνω ξερικό και να μ’ αρπάξει τ’ αερικό,
δίχως να με πληγώσει.

Έναν Οκτώβρη, θα ‘θελα να τρέξω, να σκορπίσω!
Οι στοχασμοί μου οι πιο πολλοί... αχ, να πατούσανε τη γη,
που 'θελα εγώ να ζήσω.

Έναν Νοέμβρη, θα ‘θελα, κλωνάρι για ν’ αγγίξω!
Κι όταν θα φτάνει ο εσπερινός, βαρύς και γκρίζος ο ουρανός
να 'ναι, για να βογγίξω.

Έναν Δεκέμβρη, ολάκερο! θα ‘θελα και να βρέχει.
Ν' αναπολώ στο τζάμι ορθός και να ‘ναι αδιάκοπος καιρός -
όσο η ψυχή μου, αντέχει!!

O ποιητής

Κι όμως,

το πέρασμά του από τον κόσμο,
οσμή από μέντα κι από δυόσμο.
Ψυχή? Καθρέπτης!
Οι πράξεις, όλες του είχαν ρότα,
ανθόνερο έσταζαν - ιδρώτα.
Δεν ήταν ψεύτης.


Αν άνθρωπο, έβλεπε με πόνο,
σ' εκείνον έτρεχε, και μόνο
για να φροντίσει. 
Κι αν έβρισκε, λάθος πυξίδα… 
πάλευε, την ψυχή – πλεξίδα, 
για να 'βρει λύση.

Κι όμως,

τ’ ανθρώπινο λίκνο, π' αλλάζει,
που ‘καμε την ψυχή να μοιάζει
σε βάρος - χρήμα,
στενάχωρα έπεσε του ανθρώπου – 
δείτε την όψη του προσώπου…
πάνω απ’ τη ρίμα. 



Ποτέ

- Ποτέ, των φύλλων ποίησα το θρόισμα,
δεν είχε χώρο η γης, μες στην ψυχή μου.

Μόνο, μια στάση, αμφίβιας διαδρομής…
κι αντίκρισα στο βλέμμα σου,
τοπία με χρώματα
· 
του θαυμασμού μικρά ηλιοτρόπια.

- Σε μυστικό ακρομόλι,
δροσιά σε αντιλαμβάνομαι.
Στο σώμα μου, Αργοναύτη.
Ακρόπρωρη μορφή που χάραξαν
τα λόγια των ανέμων.




Θα με θυμάστε...!


Θάλασσες κι άστρα κι ουρανοί και ντάμα της σελήνης,
ότι κι αν έγραψα για ‘σας ποτέ μου ειρωνικό…
Σκοτάδι, δεν με κέρδισες, σύρε μακριά, μη μείνεις.
Χαϊδολογάτε, σκέψεις μου, με φως κανονικό.


Ένας Παράδεισος! Κι εγώ, που λούφαξα εκεί μέσα…
Θα με θυμάστε: Είμαι η βροχή με της δροσιάς τη στάλα.
Μεθυστικό τριαντάφυλλο στης θάλασσας την τρέσα.
Μια νότα εγώ, που χάθηκε στης νιότης τ’ αφρογάλα.

Εγώ, στον ύπνο των παιδιών, που νείρονται παιχνίδια.
Εγώ παράθυρο ανοιχτό, με τα λουλούδια απ’ έξω.
Εγώ του βράχου μια σχισμή, τα μέσα του στολίδια.
Φάρος του κάθε ναυαγού, ‘κει που ‘θελε να φέξω.

Θα με θυμάστε!... Ήμουν εγώ, του λογισμού καράβι…
Εγώ, που σας ταξίδεψα σ’ απάνεμους καιρούς…
Τώρα… που δέσαν τη στεριά της “μάγισσας” οι κάβοι,
θάλασσες κι άστρα δεν θωρώ, μηδέ τους ουρανούς…



Κρατοπτρισμοί
http://georgemanetasexaformis.wordpress.com/2005/03/14/5/

Απ’ το κρεβάτι αντικριστά και πάνω απ’ το τραπέζι,
έναν καθρέπτη έχω παλιό δαρμένο απ’ τον καιρό,
που όταν νυχτώνει, μια γοργόνα βλέπω να μου γνέφει,
να μου ζητάει να βυθιστώ μαζί της, στο νερό.

Ακόμη, βλέπω ένα παλιό παράταιρο καράβι
με τα φανάρια του σβηστά και τα πανιά σκισμένα,
και κάποιον ναύτη αθώρητο στη νύχτα, να μου γνέφει
για να του φέξω τα ίσαλα, μην είναι σαπισμένα.

Ακόμη, ψίθυρους ακούω στο μένος των ανέμων
με ανούσιες ρίμες μυστικές και χθόνια κοσμημένες,
τόσο, που τις αισθήσεις μου μην χαρωπά ξυπνάνε,
δεσμεύοντας των νυσταγμών συνήθειες ειλλημένες.

Κι ακόμη, εσένα βλέπω εκεί φανταστικέ αναγνώστη,
κρυφά στο μισοσκόταδο τον πόνο να ξεχνάς
γελώντας, συμ-βουλευτικά κι ευέξαπτα να γνέφεις…
πως το δικό σου βάσανο, δεν φεύγει όταν γελάς.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου