Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Με λένε Πάθος... Με λένε Έρωτα..

Με λένε Πάθος... Με λένε Έρωτα..






Περπατώντας στο ήσυχο στενό σοκάκι του πανέμορφου αυτού μεσαιωνικού πέτρινου χωριού - καστροχώρι το λένε, σαν από παραμύθι κάτι, οι σκέψεις μου ήταν μπερδεμένες...

Το τεράστιο φεγγάρι του Αυγούστου έλουζε με το φως του κάθε σπιθαμή στο διάβα του. Οι σκιές φεύγανε, διαδέχονταν η μια την άλλη, ίσως από το αλκοόλ που είχα στις φλέβες μου... Οι εικόνες περνούσαν μπροστά μου σαν φλας-μπακ από αισθηματική ταινία... Δεν είδα αυτή τη πέτρα που ήταν κάτω! Σκόνταψα! Συνήλθα μετά -δε ξέρω πόσο καιρό μου πήρε- και ήμουν αρκετά ζαλισμένος... Θυμήθηκα τον κρότο που έκανα καθώς το κορμί μου έπεφτε στο πέτρινο σοκάκι. Πιάνω το κεφάλι μου, είχε λίγο αίμα από το χτύπημα...

Ξαφνικά μπροστά μου βλέπω μία ανήλικη κοπέλα να με κοιτά με μάτια που έλαμπαν... Τρόμαξα από το βλέμμα της, αλλά σαν κάτι να με μαγνήτιζε σ' αυτή τη κοπέλα. Πήγα κοντά της και τη ρώτησα να μου πει τ' όνομα της, λες και κάποιος άλλος είχε βάλει τις λέξεις αυτές στο στόμα μου: « Με λένε Πάθος. », μου λέει και χωρίς να το πολυκαταλάβω σαν να έγινε όλη ένα τεράστιο φως. Και με μια κίνηση αστραπής στη κυριολεξία, αυτό το φως μπήκε μέσα μου... Η κοπέλα είχε εξαφανιστεί... Το μόνο που ένιωθα ήταν την φωτεινότητα στο σώμα μου! Είχα την Πάθος μέσα στο κορμί μου κι άρχισα να τρέχω σαν τρελός... Μάλλον, με είχε κυριεύσει το πάθος...

Τελείως ξαφνικά, καθώς έτρεχα και φεύγοντας μακριά μέσα από το λαβύρινθο του καστροχωριού, βλέπω μπροστά μου μια λίμνη... Μια νέα γυναίκα, σαν άγγελος ήταν, κολυμπούσε γυμνή... Το κορμί της ήταν θεϊκό καθώς λουζόταν από το νυχτερινό φως του φεγγαριού! Πανσέληνος ήταν... Τα μαλλιά της ήταν μακριά, χρυσαφένια και έλαμπαν, τα χαρακτηριστικά της έντονα... Ααχχχ, πόσο την ήθελα κι έβγαλα έναν αναστεναγμό... Βγάζω τα ρούχα μου και χωρίς να το πολυσκεφτώ πέφτω στη λίμνη κολυμπώντας προς το μέρος της! Αμέσως πήγα κοντά της και τη ρώτησα παθιασμένα να μου πει τ' όνομα της, λες και κάποιος άλλος είχε βάλει τις λέξεις αυτές στο στόμα μου για δεύτερη φορά: « Με λένε Έρωτα. », μου λέει και με φιλάει τόσο ερωτικά όσο δε με είχαν φιλήσει ποτέ ξανά... Το φιλί της ήταν το καλύτερο που είχα νιώσει ποτέ! Ήταν σα να φιλούσα για πρώτη φορά... Το σώμα της τέλειο για τα μάτια μου... Ήταν σαν για πρώτη φορά να άγγιζα γυναικείο κορμί... Όλα ήταν σαν να γίνονταν για πρώτη φορά! Κάναμε έρωτα ασταμάτητα και ένιωθα να πετώ στα ουράνια. Όταν ξαφνικά όπως και με την ανήλικη κοπέλα την Πάθος, η Έρωτας έγινε μια τεράστια λάμψη που μπήκε κατευθείαν στην καρδιά μου κι άρχισε να χτυπάει σαν τρελή... Ξεκίνησα να κολυμπάω μανιασμένα, να μη ξέρω τι κάνω... Έκανα μακροβούτια, κολυμπούσα, κολυμπούσα... Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει... Άρχισα να κουράζομαι και ένιωσα τα πόδια μου βαριά... Μάλλον με είχε κεραυνοβολήσει ο έρωτας... Η λίμνη είχε αρχίσει να με καταπίνει...


Μετά από κάποια λεπτά - ώρες, μέρες, μήνες ή χρόνια άραγε;;;, δε ξέρω!!! - συνήλθα και βρήκα τον εαυτό μου ξεβρασμένο σε μια παραλία... Κάτω μακριά στον ορίζοντα έβλεπα τον ήλιο να ανατέλλει... Η παραλία αυτή έλαμπε, ήταν με βότσαλο, όχι πολύ ψιλό, και το αχνό φως του ήλιου την έκανε πολύ όμορφη, σαν ένα μαργαριτάρι που στόλιζε τη θάλασσα γύρω - γύρω... Ώωωωω, αυτή η θάλασσα... Ήταν να την πιεις στο ποτήρι, τα νερά της ήταν ήρεμα, καταγάλανα, η αίσθηση του νερού στα πόδια δροσερή... Η ωραιότερη θάλασσα που είχα δει ποτέ... Σαν να έβλεπα για πρώτη φορά θάλασσα στη ζωή μου ολάκερη... Ήταν ομολογουμένως, όλες οι αισθήσεις μου συμφωνούσαν σ' αυτό, το ομορφότερο μέρος στο οποίο είχα βρεθεί έως τώρα! Σαν να είχα γεννηθεί εκείνη τη στιγμή και ήμουν στον Παράδεισο...

Ήμουν έτοιμος να κολυμπήσω όταν με την άκρη του ματιού μου, βλέπω μια γυναίκα να παίζει ανέμελα στη παραλία φτιάχνοντας σπιτάκια με τα βότσαλα, σαν το καστροχώρι που είχα βρει την Πάθος - κάτι τέτοιο σα να μου θύμισε, και στην άκρη αυτών των σπιτιών έφτιαξε μια μικρή λιμνούλα φαίρνωντας νερό από τη θάλασσα - σα τη λίμνη που είχα βρει την Έρωτα... Τα μαλλιά της μακριά με όλων των λογιών τα χρώματα να τα στολίζουν, το δέρμα της φαινόταν απαλό, ενώ το φόρεμα που φορούσε λες και ήταν από όνειρο βγαλμένο: απλό κατάλευκο με κεντήματα στο μπούστο, στα μανίκια και στο κάτω μέρος του φορέματος της, με χρώματα του γαλάζιου της θάλασσας και του μπλε του ουρανού ολόγυρα να στολίζουν με τις κλωστές τους τα κεντήματα του... Τα στολίδια της απέριττα, με το ασήμι να στολίζει με τα χρώματα του το δέρμα της και τις αποχρώσεις του γαλάζιου να είναι διακοσμημένες οι πέτρες των κοσμημάτων της... Τα λεπτά μακριά της δάχτυλα να ανασηκώνουν τα πεσμένα της μαλλιά ενώ τα πόδια της να είναι γυμνά πάνω στα βότσαλα... Τα μάτια της να με κοιτούν με καλοσύνη...

Την πλησιάζω κι εκείνη προτού φτάσω εκεί και χωρίς να προλάβω να πω το παραμικρό, μου λέει πως με είχε σώσει από βέβαιο πνιγμό! Φτάνοντας κοντά της είδα πως ήταν η ομορφότερη γυναίκα που είχα δει στο κόσμο, πολύ πιο όμορφη από την ανήλικη Πάθος που είχα γνωρίσει για μια στιγμή και λίγο πιο όμορφη από τη νέα γυναίκα την Έρωτα που είχα γνωρίσει λίγο αργότερα... αλήθεια για πόσο δε θυμάμαι... Ήταν ο ανατέλλων ήλιος, ήταν το λαμπερό φως, ήταν το γαλάζιο της θάλασσας και το μπλε του ουρανού, ήταν τα πάντα στα μάτια της, όλο της το βλέμμα άξιζε κάθε θυσία για χάρη της... Πλησιάζοντας ακόμα πιο κοντά κατάλαβα πως δε μπορούσα καθόλου να διακρίνω την ηλικία της. Αλλά όταν τα βλέμματα μας έφτασαν τόσο κοντά και μπορούσα με κάθε λεπτομέρεια να δω τα χαρακτηριστικά της, τότε κατάλαβα πως έμοιαζε με κάποια που είχα γνωρίσει στο παρελθόν... Ναι, ναι έμοιαζε με την Πάθος... Μα όταν την ξαναείδα ακόμα καλύτερα, είδα πως έμοιαζε και με την Έρωτα... Προς στιγμή ταράχτηκα!

Εκείνη διαβάζοντας τη σκέψη μου και καταλαβαίνοντας την αγωνία και την ανησυχία μου, μου είπε να μη ταράζομαι θα μου έλεγε όλη την αλήθεια! Για ποια αλήθεια άραγε μου μιλά, άρχισα να σκέφτομαι... «Η Πάθος» μου λέει «είμαι εγώ όταν ήμουν μικρούλα και λίγο αργότερα όταν ενηλικιώθηκα έγινα η Έρωτας που συνάντησες στη λίμνη.» Μου είπε επίσης να μην ανησυχώ δε της χρωστώ καμιά υποχρέωση επειδή μ' έσωσε από βέβαιο πνιγμό... Το μόνο που μου είπε ήταν πως μ' ευχαριστεί που την άφησα να μεγαλώσει, να γίνει δυνατή και έτσι να μπορέσει να με σώσει... Αλλιώς μικρή και ανήλικη, όπως ήταν Πάθος ή κι αργότερα άπειρη, όπως ήταν Έρωτας, δε θα τα είχε καταφέρει... Εξάλλου τώρα είχε τη Γνώση, τη Συνείδηση, όλου του κόσμου τα καλά Συναισθήματα, σύμμαχο της το Χρόνο και την Εμπιστοσύνη κερδίσει, για να το κάνει αυτό... Με ένα νεύμα του κεφαλιού μου συμφώνησα κι εγώ κοιτώντας μέσα στα μάτια της χωρίς να πω λέξη! Η Σιωπή είναι μαγεία πολλές φορές... Πόσο πολύ ένιωσα την Αλήθεια της μέσα μου! Ναι, ναι... τώρα πια ήταν και η δική μου Αλήθεια αυτή...

Πήγα κοντά και τη φίλησα, ακόμα τη φιλώ, πάντα την έχω στο μυαλό μου, στη καρδιά μου, στη σκέψη και τη ψυχή μου... Τ' όνομα της δε χρειάστηκε να το ρωτήσω... Μου το είχε πει με τα φιλιά της... Ναι, ήταν δίπλα μου, ήταν μέσα μου... Την έλεγαν Αγάπη πια...


ΑΠΟ seizeTHEday

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου