Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

ποιηση Γιωργου Μανεττα





Στη Lizete

Δεν ξέρω, πού  'σαι θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
- να ξεπηδήσω απ’ τα νωθρά νερά του ποταμού,
να φύγω, από το μόλο αυτό, που με κρατούν οι κάβοι,
και να βρεθώ σε χάλασμα θαλασσινού καιρού.

- Με το καράβι, εξώθησε και φτάσε απ’ τη μεριά μου
και στα δαρμένα κύματα, θε να σ’ αναζητώ!
Κι όταν σε ντύσω θάλασσα μετά, με τα σκουτιά μου,
ως θα’σαι κι αξελόγιαστος, θα σ’ αρραβωνιστώ.

- Αν είναι αλήθεια, θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
φτερά να βάλω πάνω του, κοντά σου να βρεθώ!
Μα ξέρεις… κάπου, κάποτε, στου ποταμού τη χάρη,
κάποια καλόμορφη γοργό μ’ έσυρε στο βυθό.

- Θα νοσταλγώ στα κύματα, εγώ, το ακροθαλάσσι,
κι όταν θα ’ρθείς την άμπωτη, κρώξε φωνή του γλάρου.
- Στις Ατλαντίδες μήνυσα, έχει ο καιρός χαλάσει,
και με γραφίδα σου ιστορώ: Είναι θαμπό του φάρου.

- Στέκουν δυο κόσμοι ανάμεσα, κοχύλια και κοράλλια.
Θα περιμένω πάντοτε, παιδί, του ποταμού.
- Καταμεσής σου, θάλασσα, κοιτώντας με τα κιάλια,
θα λογαριάζω εσένανε στ’ αστέρια τ’ ουρανού.

- Το γλυκερό μου, πάνωθε στα χείλη σου και πάλι!
Αρχέγονη γεύση γλυκιά, κι αν θέλεις τη παντρεύω.
- Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού μοιάζεις θάλασσα, ζάλη,
άγνωρος τόπος μακρινός που μέσα ταξιδεύω.




Νηνεμία

Τη θάλασσα διψώ, την θεογόνα,
του στολιστή το χέρι στα βαθιά.
Ας είχα του πελάγου μια σταγόνα,
σπουδή να τήνε κάνω στ’ ανοιχτά.

Το βάπτισμα να πάρω του ανέμου,
την δύναμη της βρόχινης ροπής,
η ομίχλη να στραγγίζει απάνωθέ μου,
του ορίζοντα να μένω εραστής.

Στις γέφυρες να βρίσκομαι τα βράδια,
τ’ αστέρια ν’ αναλάμπουν στις σκιές,
και μέσα στο λυκόφως, τα σκοτάδια
να παίρνουνε παράξενες μορφές.

Ιέρεια, του μύθου κολυμβήθρα,
το κάλεσμα προσμένω στην ακτή.
Με τρίχινο βαφτήρι εδώ που ήρθα,

σταρώνω με τ’ αλάτι το κορμί. 


Θυμάμαι 

Όπου κι αν βρίσκομαι, όπου και να ’μαι,
θέλω ταξίδια και καράβια, να θυμάμαι.
Θέλω του φάρου, τ ’ άγιο φως που περιστρέφει,
να μου φωτίζει κάθε σκέψη, που επιστρέφει.

Οσμίζομαι τη θάλασσα, όπως ήταν πρώτα,
και πάλι, σκέφτομαι, του καραβιού τη ρότα.
Καθώς, στη σκέψη βρίσκομαι κοντά του,
νιώθω πρωτόπειρο πουλί, στο πέταγμά του.

Βλέπω, στο σχήμα των συννέφων, κάστρα!
Με φως κατάλαμπρο, τη σελήνη και τ’ άστρα.
Καθώς, πολλές οι στιγμές πανωθέ μου,
τα ξέφρενα λόγια θυμάμαι, τ’ ανέμου.

Εικόνες άπειρες, που μου θυμίζουν
παλιές φωτογραφίες μου, που κιτρινίζουν.
Που χρόνια τώρα, κρέμονται στον τοίχο, 

και φέρουν στοχασμό, σ’ ενθύμιο στίχο. 


Έτσι…

Έτσι, όπως θάμπωσε η σελήνη,
με κείνο, το χλωμό – κίτρινο φως…
Να ’ταν ο πόθος μου κρυφός,
μόνο για κείνη…?

Έτσι, όπως γνώρισα τ’ αστέρια,
και το γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανού…
Να ‘ταν η ομίχλη του πρωινού,
η τόσο αιθέρια…?

Έτσι, όπως γνώρισα την πλάση -
και αυτή μου η πίκρα να γραφτεί…
Να ‘ταν η κτήση να χαλάσει,
χωρίς αυτή…?

Έτσι, όπως μίλησα στο γλάρο,
κι απάντησε με μια κραυγή:
Να ‘ταν, μαζί μου να σε πάρω,
χωρίς αυτή…?

Έτσι, όπως στάλαζε η βροχούλα,
και σκέψεις έρχονταν στο νου…
Nα ‘ταν η ανάποδη βαρκούλα,
κάποιου αλλουνού…?

Κι έτσι, όπως θάμπωνε η σελήνη,
με κείνο, το χλωμό – κίτρινο φως…
Έγιν’ η Θάλασσα καημός…
Έτσ’ είναι κείνη…!


Θύμηση 
Πάλι χθες στο εικονοστάσι σαν να σβήστηκε το φως μου·
γιε μου - εσύ, πικρό κομμάτι της ζωής μου, μακρινό...
Σε ποιας Θάλασσας τη μέση, σε ποιαν άκρη αυτού του κόσμου
ταξιδεύεις, και δεν βλέπω πίσω να ΄χεις γυρισμό?

Σαν να μου χτυπάει την πόρτα κάθε θόρυβος που φτάνει
μα στην κάμαρά σου, γιε μου, το κρεβάτι σου αδειανό.
Το κρεβάτι αυτό που στρώνω και χαϊδεύω, - που ’χα ’γιάνει
το κορμάκι σου εκεί πάνω· τώρα μοιάζει νεκρικό.

Θέλω λίγο ν’ αγκαλιάσω την ανέγγιχτη ψυχή σου
πριν τα μάτια μου σφαλίσω και δεν έχουν μνήμη πια.
Έλα, εγώ μονάκριβέ μου που καρτέραα τη ζωή σου
και τη στόλιζα με τ’ άνθη της ψυχής μου, γιασεμιά.

Πριν η νύχτα χαμηλώσει και μ’ αγγίξει το σκοτάδι
και σ’ αυτό το εικονοστάσι πια το φως μου σκορπιστεί,
έλα να σ’ αγγίξει λίγο της υστέρησης το χάδι,
και της θύμησής σου ο πόνος κάπως μέσα μου σβηστεί.
Άλιος γέρων

Ας υποθέσουμε

Πως ο ήλιος εξώθησε, ή γκρεμίστηκε, πέρα!
- Τι μικροί θα φαινόμασταν των εκείνων στιγμών…
Των αστέρων που θα 'σβηνε, η πολύφωτη βέρα,
θα θρηνούσε στα δάχτυλα των λαμπρών ποιητών.

Πως η νύχτα ξεχάστηκε, πως λησμόνησε η μέρα.
Πως η φύσις αντέδρασε σε μια κάποια πληγή.
Πως οι κόρες γεννήθηκαν σε μιαν άκαρπη σφαίρα.
Πως τα δέντρα μαράθηκαν μες στην άνυδρη γη.

Ας υποθέσουμε

Πως τα σπίτια μας πέσανε, πως οι γιοι μας πεθάναν.
Πως αυτοί που γνωρίζαμε, δεν υπάρχουνε πια.
Ίσως, κάποιοι, που μείνανε, να ρωτήσουν: Τι κάναν?
Δείξτε τη μας, την άχρηστη, την εκείνη γενιά.

Πως κι εκείνοι, πεθάνανε. Πως πρωτόζωα ξανάρθαν.
Πως ο ήλιος, λαμπρότερα θα φωτίσει τη γη.
Μα… Τα μίση, τα πάθη μας, φονικά που ματάρθαν
έτσι, αέναα θα σκόρπιζαν πάλι αυτή τη ζωή...

Ας υποθέσουμε

Πως εσένα, που αγάπησα, να μη θέλουν να υπάρχεις.
Πως οι λέξεις πια στέρεψαν, κι ίσως, ίσως κι εσύ.
Όμως, πάντοτε, Θάλασσα, την αγάπη μου θα ‘χεις,
και υποθέτω, θα ζήσουμε, έτσι πάντα μαζί!
Το καράβι

Η νύχτα αυτή, που της αυγής προβόδισε το ντύμα,
λούζει με δάκρυα νοτερά της υγρασίας, καράβι:
Αυτό όπως πλέει μες στην ωχρή λιγόφωτη νεφέλη,
μοιάζει ταξίδι απόκοσμο να προσδοκά, σε αβύσσους.

Σε αυτό το ανέγγιχτο πυκνό και αδιόρατο σκοτάδι,
διασπάει αργά τους μυστικούς και χωροχρόνους κόσμους,
τόσο, που στ’ άφθαρτα σημεία των καταρτιών του πάνω,
μνήμες – θηλιές και γογγυσμοί, με μυστικά αχερούσια. 

Από τα ξάρτια του γκρεμοί αρχαίων οστέινων κόσμων
με λίθινες συρτές λαλιές, σαν ψαλμωδία δαιμόνων -
με αφορεσμών ονόματα κι αναθεμάτων μίσους,
αυτά τα χάη θανάσιμα διαρρήγνυαν, βρίζοντάς τα. 

Τη νύχτα αυτή, η ερεβική και μεσονύχτια σκέψη,
στους οδυρμούς της πρόσθεσε τ’ αρχαίο αυτό καράβι.
Στ’ ανοίγματα και στις οπές του μυστικού της κόσμου,
ψίθυροι - αβάσταχτοι τριγμοί· θροϊσματα υγρανθέμων.       

Πορεύομαι, 
γλάρους ακίνητους, καθώς 
τη σύναξη θωρούν, της αθερίνης.
Την Αίθρα ή την Γαλάτεια
σε πύρινες ανάμεσα ηλιαχτίδες.

Την ακύμαντη εμπρός μου Γαλάζια,
την έμβρυα βαθυκύανη άρμη.
Ξυλάρμενα και χάλκινα στον όγκο των αφρών
που σέρνουνε πεισματικοί βοριάδες λαμνοκόποι.

Της βροχής την αντίλαλη πτώση,
τους δαίμονες αφρούς δίχως απόχρωση.
Όσες αγάπησα στο θάμπος του πυρός
μάγισσες κοσμομάντισσες σε ράχες πολυκύμαντες.

Την ξέθωρη γραμμή του ορίζοντα,
τους θύσανους διάφεγγους Διόσκουρους. 

Σκιές στο διάμηκες, 
στο κιάλι της μπαλέστρας.
Εσπεράνσα 

Τη γνώρισα μια Κυριακή μες στη βροχή
κι ήθελα τόσο να της πω μια καλησπέρα,
όταν οι στάλες πέφτανε με τον αέρα
και υγραίναν του προσώπου της κάθε πτυχή.

Είχε μι’ αρχέγονη ομορφιά το σώμα της,
κισσός πλεγμένος πέφταν τα μαλλιά της,
το κόκκινο στα χείλη είχε το στόμα της
και κάτι από τα σύννεφα η ματιά της.

Πάνω της, κίτρινο φορούσε το φεγγάρι
και σκουλαρίκι έναν αστέρα λαμπερό.
Έμοιαζε κύμα ζωγραφιάς, ανέμου χάρη!
Είχε τον ήλιο περασμένο στο λαιμό.

Είχε πια φύγει όταν με πήρε το σκοτάδι,
με τη βροχή, προς ένα γκρίζο ουρανό.
Μες στα ταξίδια, είναι ο πόνος και το χάδι,
που ακολουθούν σε κάθε τόπο μακρινό… 


Ένοχές

Νύσταξες, τ’ αποτσίγαρο στο χέρι σου. Η ώρα, τρεις.
Απομεινάρια οι ενοχές πλάι στων χειλιών την άκρια.
Λευκές οι αισθήσεις. Ψίθυροι σιωπής, μιας προσευχής
ξόρκιζαν και μυρώνανε κάθε στοιχειό απ’ τα δάκρυα.

Λούζεσαι. Ανθός και νίβεσαι σ’ ένα ξυράφι φως.
Κρεμάστηκε από των χειλιών το φίλημα η ευχή σου.
Χώρεσε ο χρόνος μια ρωγμή και μου ‘γινες σοφός.
Βαρέθηκα τους στοχασμούς και την παράκρουσή σου.

Ξάγρυπνος είμαι. Φίλα με. Προβάρω τ’ απεχθές.
Η φλέβα ράγισε από χθες χολή κι άλλη δεν έχω.
Ζεις μες σε κέλυφος σκορπιού που κατοικούσα χθες.
Ξέρω σημάδι. Ρίξε μου, κι εγώ θα σε προσέχω.

Χίλια στιλέτα το κορμί. Θα σε ντυθώ ξανά.
Εγώ. Που εσένα σκέπασα την άδεια μου τη σφαίρα.
Ξημέρωσε. Ας πληρωθώ. Τα όνειρα ακριβά…
Θέλω, στη μέθη της αυγής. Έλα, μιαν άλλη μέρα…


Προσήνεμος

- Για σένα, ξάγναντα μια θάλασσα θωρώ
κι ό,τι ωφελεί τη μνήμη μου, σου γράφω.
Το κάθε σύθαμπο χαρώ
και σε καμβά το ράφω.

- Θυμούμαι, τότε που έφευγες ταξίδι σοροκάδα
κι ήρθα μικρό και κάθισα, στην πρύμνη χελιδόνι.
Λεπτουργικά, μαστόρευες μιαν άγνωστη Κυκλάδα,
στου ξύλου το τιμόνι.

- Θυμούμαι, απ’ όταν έφυγα με τη βοή του ανέμου,
τις βορινές τις θάλασσες τα πλάσματα σκοτάδια.
Τον αφρισμένο σάλαγο που σπούσε απάνωθέ μου,
θυμούμαι όλα τα βράδια.

Κάθε γραμμή του ορίζοντα τα δίπλατα λιμάνια,
της Κύπρου τα λιθόστρωτα την Δαμασκό στο βάθος.
Την Εσπεράνσα, που έφερνε στο Μπέλεμ τα βοτάνια,
και παρασέρνω λάθος.

Τον μελωδό, που κούρσεψε στο Βίδο απ’ τη Σπιανάδα,
έναν μικρόν ανάγλυφο σε στύλο Ποσειδώνα.
Και κάποια νύχτα, σε όνειρο, πως ήρθα στην Ελλάδα
για σε, ξωθιά γοργόνα. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου