Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

τραγούδια του θανάτου και μοιρολόγια 3 Years, 9 Months ago





τραγούδια του θανάτου και μοιρολόγια 3 Years, 9 Months ago
 
ο θάνατος αποτελεί μια κεντρική θεματική αναφορά στο τραγούδι της Ηπείρου και, ιδιαίτερα, στο πολυφωνικό τραγούδι. εδώ θα δημοσιεύονται τραγούδια όπου σμίγουν άλλοτε έρωτας και θάνατος, άλλοτε Ιστορία και θάνατος, άλλοτε μισεμός και θάνατος...

ΤΑ ΕΝΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ένας κάλος ? καλός γονής, ένας καλός πατέρας,
οπούχε τους εννιά (ν)ν υγιούς και τις εννιά νυφάδες
είχε την Εύδω μοναχή, μοναχοθυγατέρα.
Την Εύδω την εγύρεψαν πολύ μακριά στα ξένα.
- Κώστα μ’ ποιος πάν’ ποιος έρχεται και ποιος θα μου τη φέρει
(είπε η μαυρομάνα),
- (ν) Εγώ πάνω και έρχομαι κι εγώ κι εγώ θα σου την φέρω,
πέντε βολές την Άνοιξη και πέντε το χειμώνα.
Έμπήκ’ ένα θανατικό και μια κακιά πανούκλα
και παίρνει τους εννιά (ν) υγιούς και τις οχτώ νυφάδες
κι ‘πομειν’ η Εύδω μονάχή, πολύ μακρία στα ξένα...
- Κώστα μ’ νάχεις τ’ ανάθεμα, νάχεις τ’ ανάθεμά μου
που μόδωκες την Ευδοκία πολύ μακρια στα ξένα.
- Κώστα μ’ τι λέει η μάνα μας: ακούς πως ψοφολογάει;
Να γέν’ η γης μαύρ’ άλογο, να πάει ο Κώστας μόνος
να πάει να φέρει την Εύδω μας.
Κι ο Κώσταντας την άκουσε και κίνησε να πάει.
Στο δρόμο, όπου πήγαινε, στο δρόμο που πηγαίνει:
- Κύργιε μ’ να βρω την Ευδοκία, Κύργιε μ’ να βρω την Εύδω,
σαράντα γύρους ο χορός κι Εύδω μεσ’ την μέση.
Όπως επαρακάλεσε, το είπε και την ήβρε.
Πάησαν και φιλήθηκαν πίσω στον Άγιο Δήμο.
- Κώστα μ’ αν έρθεις για καλό, ναρθώ εκεί που είμουν.
Κώστα μ’ κι αν έρθες για κακό, να πάω να βάλ’ τα μαύρα.
Κώστα μ’, κάτ’ είσαι κίτερος, μυρίζεις χωματίλες.
- Εγώ, Εύδω μ’ είμαι καλά, εγώ είμαι παλικάρι.
Άιντε, Ευδοκία, να παμ’ εμείς...
Στο δρόμο, οπού πήγαιναν, στο δρόμο, που πηγαίνουν
Πουλάκι πάησε κι έκατσε από δεξιά καμάρα.
- Κώστα μ’ το λέει το πουλί , τι λέει το χελιδόνι;
- Άιντε, Ευδοκία, να πάμε εμείς, πουλάκι είν’ κι λαλλαει
Άιντε, Ευδοκία μου πήγαινε κι εγώ θα να γυρίσω,
το καλαμάρι αστόχησα πίσω στον Άγιο Δήμο...
Η Εύδω πάεναι μοναχή μοναχοθυγατέρα.
Η μάνα την αγνάντεψε (ν) από το παραθύρι.
βήκε και την καϊτέρεσε στη σκάλα και στην πόρτα.
- Ω Ευδοκία μ’ ποιός σ’ έφερε και ποιος θα μου σε πάρει;
- Εμέν’ ο Κώστας μ’ έφερε, ο Κώστας θα με πάρει.
- Εμένα ο Κώστας πέθανε, ο Κώστας πεθαμένος,
Τρείς μήνες έχ’ ο Κώσταντας και πέντε έχουν τ’ άλλα.
Γύρισαν κι αγκαλιαστήκανε κι έσκασαν κι οι δυο αντάμα.

Από τη συλλογή του ΥΦΑΝΤΗ, μεταγραφή "ΑΠΕΙΡΟΣ", ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ








Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ


Με βλέπεις μάνα μ’ που γελώ και λες δεν έχω ντέρτι;
Το ντέρτι που ΄χω στην καρδιά, το βάσανο στα χείλη,
δεν έχω τίνος να το πω και να το μολοήσω.
Να σας το πω ψηλά βουνά, φοβάμαι μη ραΐστε
να σας το ειπώ ψηλά κλαριά, φοβάμαι δε θ’ ανθίστε,
να σας το ειπώ βρυσούλες μου, φοβάμαι μη στερέψτε
να το ειπώ της μάνας μου και κείν ‘ είν’ πεθαμένη,
να το ειπώ στ’ αδέλφια μου, είν’ μακριά στα ξένα.
Βαρέθηκα τούτ’ τη ζωή, δε θέλω πια να ζήσω,
θα πάρω δίπλα τα βουνά, ν’ αδικοθανατήσω.


Δεν πρόκειται για τραγούδι για το θάνατο ούτε για μοιρολόι αλλά για τραγούδι με τη σκέψη του εθελούσιου θανάτου. Από τη συλλογή των ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΦΩΤΙΟΥ, ΝΙΚΟΥ ΛΥΤΗ "ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΟΡΕΙΟ ΗΠΕΙΡΟ", μεταγραφή ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ







‘ΚΕΙ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΣ ΚΑΡΔΟΥΛΑ ΜΟΥ


‘Κει που θα πας καρδούλα μου, στη σκάλα που θ’ ανέβεις,
Θα βγουν οι νιοι, θα βγουν οι νιες, θα βγουν τα παλικάρια
Να σε δεχτούν και να σε ιδούν, να πιάκουν τ’ άλογό σου,
Κι ο μαύρος καμαρώνοντας θα σειέται, θα λυγιέται.
Κι αν σε ρωτήσουν, γιόκα μου, κι αν θα σου ειπούν, παιδί μου,
«Σαν τι μαντάτα ήφερες απ’ τον Απάνω κόσμο;»
Πες τους οι μάνες φλίβονται για τα καψοπαίδια τους,
Που τάφαγεν η μαύρη γης και τ’ άραχνο το χώμα.

Ηπειρώτικο μοιρολόι από την περιοχή της Κόνιτσας και τη συλλογή του ΡΕΜΠΕΛΗ σε ψηφιακή μεταγραφή από την "ΑΠΕΙΡΟ" στο πλαίσιο του προγραμματος "ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ"








ΛΕΒΕΝΤΗΣ ΕΡΟΒΟΛΑΓΕ

Λεβέντης εροβόλαγε από ψηλή ραχούλα,
σέρνει το φέσι του στραβά και τον τσαμπά κλωσμένο
κι ο Χάρος τον αγνάντευε από ψηλή ραχούλα·
καρτερεί πάει και τόβαλε ‘ς ένα στενό σοκάκι.
- Καλή μερά σου, Χάρε μου.
- Καλώς τον το λεβέντη·
λεβέντη πούθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις;
- Από τα πράτα έρχουμε, στο σπίτι μου παγαίνω,
πάνω να πάρω το ψωμί και πίσω να γυρίσω,
άφ(η)κα το λύκο πιστικό, το σκύλο τυροκόμο.
- Εμένα μ’ έστειλε ο Θεός ψυχή για να σου πάρω.
- Δίχως ανάγκη κι αρρώστια ψύχη εγώ δεν σ’ δίνω·
άιντε μας να παλέψουμε σε μαρμαρένιο αλώνι.
Σαν πάησαν και αγκαλιάστηκαν αχ το πωρν’ ως το βράδυ
κ’ εκεί στο γύρ(ι)σμα του ήλιου που τρέμει να βασιλέψει,
‘κούγουν το νιο που βούγγιζε βαριά κι αναστενάζει·
- Άφσε με, Χάρε μ’ άφσε με, πέντ’ εξ’ ακόμα μήνες,
τ’ έχω γυναίκα παρά νια, κρίμα για να χηρέψει·
έχω και τα παιδιά μικρά, στο δάσκαλο παγαίνουν,
έχω και τη μανούλα μου στο στρώμα που κοιμάται.


"ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ" τιτλοφορεί την ενότητα των σχετικών τραγουδιών ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ στην έκδοσή του με τα Ηπειρώτικα Τραγούδια. Μεταγραφή Λουκάς Μάκος, ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ, "ΑΠΕΙΡΟΣ"






ΕΙΣ ΝΕΟΝ ΣΥΖΥΓΟΝ (Παρακαλώ σε, χάρε μου)


Παρακαλώ σε, χάρε μου, και διπλοπροσκυνώ σε,
τον νιον αυτόν που κάλεσες μη τον παρακρατήσεις,
τι έχει γυναίκα παρά νια και χήρα δεν της πρέπει·
να περπατήσει γλήγορα της λεν γυρεύει άντρα,
να περπατεί σιγαλινά της λένε καμαρώνει·
κ’ έχει και τρυφερό παιδί, παιδί ‘ς τη σαρμανίτσα.
- Εγώ δεν είμ’ η μάνα του, δεν είμ’ η αδερφή του,
εγώ είμ’ ο γιος της μαύρης γης, τς αραχνιασμένης πέτρας,
και τρώγω νιους, και τρώγω νιες, και τρώγω παλικάρια,
τρώγω νυφάδες με φλωριά, νιόγαμπρους με στεφάνια·
σαράντα μέρες τον κρατώ τον πεθαμέν’ ακέριον,
κι απ’ τες σαράντα κ’ ύστερα αρμούς αρμούς χωρίζει.


Από τη συλλογή του ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΥ σε μεταγραφή στην ψηφιακή βιβλιοθήκη της ΜΚΟ "ΑΠΕΙΡΟΣ". Ο συλλέκτης προτάσει σε κάθε τραγούδι τίτλο δικής του έμπνευσης...









ΕΙΣ ΥΙΟΝ (2ο)

Εσύ, παιδί μ’ εκίνησες να πας ‘ς τον κάτου κόσμο,
κι αφήνεις τη μανούλα σου πικρή, χαροκαμένη·
παιδάκι μου, τον πόνο σου, που να τον απιθώσω,
που κι αν τον ρίξω τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάτες,
κι αν τον αφήσω ‘ς τα κλαριά, τον παίρνουν οι διαβάτες,
κι αν τον αφήσω ‘ς τα κλαριά, τον παίρνουν τα πουλάκια·
που να βαλθούν τα δάκρυα μου για τον ξεχωρισμό σου;
Αν πέσουνε ‘ς τη μαύρη γης, χορτάρι δεν φυτρώνει,
αν πέσουν ‘ς τον ποταμό, ο ποταμός θα στύψει,
αν πέσουν ‘ς τη θάλασσα, πνίγονται τα καράβια,
κι αν τα σφαλίσω ‘ς την καρδιά γλήγορα σ’ ανταμώνω.

Mε τη γνώριμη συνήθεια του να επινοεί δικό του τίτλο ο ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ για τα τραγούδια της συλλογής του. Με μέτρο πάντα στην επινόηση, δίχως παραχωρήσεις στον οίστρο της έμπνευσης. Πάλι καλά...








ΑΛΑΦΙΝΑ Κ’ ΗΛΙΟΣ

- Κλάψε με, μάνα, κλάψε με τη νύχτα με φεγγάρι
και την αυγούλα με δροσιά, όσο να φέξει ο ήλιος,
να ’ρτουν τ’ αλάφια απ’ τα βουνά, να σε παρηγορήσουν.
Όλα τα λάφια βγήκανε, κι όλα δροσολιογιούνται,
και μια αλαφίνα ταπεινή δεν πάει κοντά με τ’ άλλα.
Όλο τ’ απόσκια περπατεί κι αντίζερβα κοιμάται,
κι όθ’ εύρει γάτγαρο νέρο, θολώνει και το πίνει.

Κι ο ήλιος την αγνάντεψεν από ξερό κλαράκι:
- Μώρη ’λαφίνα ταπεινή, δεν πας κοντά με τ’ άλλα,
μόνο στ’ απόπσκια περπατείς, κι αντίζερβα κοιμάσαι;
- Ήλιε, ποτέ με ρώτησες, που με ρωτάς και τώρα;
Δώδεκα χρόνους έκαμα που λάφι δεν ηξεύρω,
κι από τους δώδεκα κι ομπρός εγέννησα μοσκάρι.
Ολονυχτίς το έκρυβα μέσα στους κάτω λόγγους,
κι ολημερίς το έβοσκα μέσα στις περιβόλες,
και κυνηγός εφύλαξε, ρίχνει και το σκοτώνει,
κι εμένα δεν εσκότωσε, πάρει το μοσκοπούλι.

Στα μοιρολόγια ταξινομεί το τραγούδι αυτό ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΙΑΓΚΑΣ στη συλλογή του, παραπέμποντας με αναφορά του και σε παραλλαγή του ίδιου τραγουδιού σε συλλογή του Fauriel. "ΑΠΕΙΡΟΣ", ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ







ΕΙΣ ΥΙΟΝ ΑΡΤΙ ΘΑΝΟΝΤΑ


Μ’ έμασε, γιε μ’ ο πόνος σου, μ’ έπνιξε ο καημός!
- Σ’ έμασε, μάνα, ο πόνος μου, σ’ έπνιξεν ο καημός μου;
εσύ τη στράτα ξέρεις την, το μνήμα μ’ το γνωρίζεις,
κάμε τα χέρια σου τσαπιά, την πλάκα παραπέρα,
και τράβα το μαντήλι μου από το πρόσωπό μου,
κι αν μ’ εβρείς ασπροκόκκινον, σκύψε κι αγκάλιασέ με·
Στες τρεις πήρα κι αράχνιασα, εις τες εννιά μυρίζω,
κι απ’ τες σαράντα κ’ ύστερα αρμούς αρμούς χωρίζω.

Με στίχους που κάποιοι απαντούν σε ευρύτερα διαδεδομένα ηπειρώτικα μοιρολόγια. Από τη συλλογή του ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΥ. ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ, "ΑΠΕΙΡΟΣ".






ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ, ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ
(Σήκου Μαρούλα μ’ από τη Μαύρη Γης)

Σήκου Μαρούλα μ’ από τη Μαύρη Γης
κι από το μαύρο χώμα,
σήκου και ντύσου, ψυχή μ’ κι άλλαξε
και βάλε τα καλά σου,
ρίξε το χώμα από τη μια μεριά,
την πλάκα από την άλλη
σήκου να ιδείς το ψίκι που ’ρχεται,
έρχονται να σε πάρουν,
- Με τι χέρια, μωρέ να σηκωθώ,
και πόδια να πατήσω;
- Κάνε τα χέρια σου, Γιόλα μ’ τσαπιά,
τις απαλάμες φτυάρια.
- Σήκου ζυγώσαν οι συμπεθέροι,
να σ’ ευρούν στολισμένη,
νύφη για να σε πάρουνε, Μαρούλα μου,
φλωρί μαργαριτάρι,
- Ποιος απ’ τον άλλον κόσμον εγύρισε,
κι εγώ για να γυρίσω;
Έχω κι άλλη αδελφούλα, πιο μικρότερη,
πιάστε και ντύστε κείνη,
και κείνη ας γένει νύφη, μανούλα μου!

Μοιρολόι από τη συλλογή του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑΝΓΚΑ. Μεταγραφή Λουκάς Μάκος, ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ, "ΑΠΕΙΡΟΣ"









η "ΜΑΡΓΙΟΛΑ" στην παραλλαγή της που συμπεριέλαβε στη συλλογή του ο πρεσβύτερος ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΤΣΙΑΣ από τα Κτίσματα Πωγωνίου "ΠΩΓΩΝΙ ΚΑΙ ΔΕΡΟΠΟΛΗ, ΗΘΗ ΚΙ ΕΘΙΜΑ" (εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ). ένα από τα γνωστότερα και πιο πολυτραγουδισμένα ηπειρώτικα μοιρολόγια (μυργιολόγια)


ΜΑΡΓΙΟΛΩ Μ’ (Μοιρολόϊ)

- Σήκου, Μαργιόλω μ’ απ’ τη γη
κι από το μαύρο χώμα, λέει χώμα,
Μαργιόλω μ’, ψυχή, καρδούλα μου.

- Ωρ’, με τι ποδάρια η μαύρη να σ’κωθώ,
και χέρια ν’ ακουμπήσω λέει, να ‘κουμπήσω;
Μαργιόλω μ’, ψυχή, καρδούλα μου.

- Ωρ’ φτιάσε τα νύχια σου τσαπιά,
τις απαλάμες φτυάρια λέει φτυάρια
Μαργιόλω μ’, ψυχή, καρδούλα μου.
Ρίξε το χώμα σ’ απ’ δεξιά
τις πλάκες λέει πιο πέρα, πέρα,
Μαργιόλω μ’, ψυχή, καρδούλα μου.
Κι απ’ τη ζερβιά τη μεριά, τη μεριά,
κάνε παραθύρι, λέει παραθύρι
Μαργιόλω μ’, ψυχή, καρδούλα μου.
Να μπαίνει ο ήλιος του Μαγιού, λέει, Μαγιού,
Τ’ Αυγούστου το φεγγάρι, λέει, φεγγάρι
Μαργιόλω μ’, ψυχή, καρδούλα μου.
Να μπαίνουν τα πουλιά, λέει, πουλιά,
να φτιάχνουν τις φωλιές τους, λέει, φωλιές τους
Μαργιόλω μ’, ψυχή, καρδούλα μου.









τραγούδι που μας έβαλε σε δίλημμα στην ταξινόμησή του, τραγούδι τού έρωτα και του θανάτου. για την ακρίβεια του έρωτα με ...ηπειρώτικο τρόπο όπου τα όρια είναι δυσδιάκριτα. από τη συλλογή του ΓΡΗΓΟΡΗ ΚΑΤΣΑΛΙΔΑ "ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΟΡΕΙΟ ΗΠΕΙΡΟΥ" (εκδόσεις Gutenberg) που δείχνει να φιλοδοξεί να αποτελέσει μια σύνοψη και μεγάλου μέρους της παλαιότερης βιβλιογραφίας. τόπος προέλευσης αναφέρεται το Πωγώνι. μεταγραφή "ΑΠΕΙΡΟΣ", ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ, 2008

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ ΚΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΟΣ (1η παραλλαγή)
(χορευτικό στα δύο ή στα τρία)

(ν)Ο Κώσταντας κι ο Γιάνναρος κι ο μικρό- Κωνσταντίνος,
κι ο μικρό- Κωνσταντίνος.
(ν)Ο Κώστας πάει στο σκολειό κι ο Γιάννος στο κυνήγι,
κι ο Γιάννος στο κυνήγι.
Το καλαμάρι ξέχασε, γυρίζει να το πάρει,
γυρίζει να το πάρει.
Βρίσκει τη μάνα πο’ ‘παιζε μαζί με τους λεβέντες,
μαζί με τους λεβέντες.
- Τι κάν’ς αυτού, μανούλα μου, τι κάν’ς αυτού, μάνα μου,
τι κάν’ς αυτού, μάνα μου.
Το βράδυ θα ‘ρθει ο Γιάνναρος, κι αν δεν το μαρτυρήσω,
κι αν δεν το μαρτυρήσω.
Στην αγκαλιά τον άρπαξε, σαν το κατσίκ’ τον σφάζει,
σαν το κατσίκ’ τον σφάζει,
και στο τεψί τον έβαλε και στο τεψί τον βάνει,
και στο τεψί τον βάνει,
και στο φούρνο τον έψησε και στο φούρνο το ψένει,
και στο φούρνο το ψένει.
Νάτος, κι ο Γιάννος πο’ ‘ρχεται στον κάμπο καβαλάρης,
στον κάμπο καβαλάρης,
φέρνει τα λάφια ‘πο μπροστά, τ’ αρκούδια ριζωμένα,
τ’ αρκούδια ριζωμένα,
φέρνει κι έν’ αραπόπουλο να παίξει ο Κωνσταντίνος,
να παίξει ο Κωνσταντίνος.
Στην πόρτα όταν έμπαινε, στην πόρτα όταν μπήκε,
στην πόρτα όταν μπήκε,
βήκε και τον καϊτέρεσε με το λουρί στο χέρι
με το λουρί στο χέρι.
(ν)Ο Γιάνναρος κατέβηκε και το ‘βαλε να φάει,
και το ‘βαλε να φάει.
Το ‘βαλε και τ’ απόθηκε του Γιάννου το κεφάλι,
του Γιάννου το κεφάλι.
Και το κεφάλι (ν)έκρινε και το κεφάλι κρένει,
και το κεφάλι κρένει:
- Αν είσαι Τούρκος, φάε με, Ρωμιός σπατάλησέ με,
Ρωμιός σπατάλησέ με,
κι αν είσαι κι ο πατέρας μου, κάτσε και φίλησέ με,
κάτσε και φίλησέ με.










από τη συλλογή του ΧΑΣΙΩΤΗ ένα χαροντικό μοιρολόι για τους γάμους του γιού του Χάροντα! ο τίτλος ανήκει στο συλλέκτη και συγγραφέα μιας απο τις παλαιότερες συλλογές ηπειρώτικου δημοτικού τραγουδιού


ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ ΧΗΡΑΣ ΥΙΟΣ


Βγήκε ο ήλιος μαλακός, μαύρος, και πεισμωμένος,
μήνα με τ’ άστρα μάλωνε, μήνα με το φεγγάρι,
μήνα με τον Αυγερινό, πούνε σιμά στημ Πούλια;
Ουδέ με τ’ άστρα μάλωνε, ν ουδέ με το φεγγάρι,
κι ουδέ με τον Αυγερινό, πούνε σιμά στημ Πούλια,
ο Χάρος κάνει τη χαρά, παντρεύει τον υγιό του,
σφάζει παιδιά αντίς για αρνιά, νυφάδες για κριάρια,
παίρνει της χήρας τόνε γιο κι άλλονε γιο δεν έχει,
κ’ η χήρα παν’ από κοντά, κοντά μοιριολογόντας,
άφστο μου Χάρεμ άφστο μου, και σου το ξαγοράζω,
τι τόχω η μαύρη μοναχό κι άλλονε γιο δεν έχω·
τάζω της γης μαλάματα, πύργους μαργαριτάρι,
κ’ η γης τα ζώνεται σπαθί και τα φορεί ντουφέκι,
για τα καλά που χαίρεται μανούσια και λουλούδια.










από τα "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ" του ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΥ τραγούδι που μοιάζει με μοιρολόι. μεταγραφή στην ψηφιακή βιβλιοθήκη της "ΑΠΕΙΡΟΥ"

ΕΙΣ ΘΥΓΑΤΕΡΑ (Μήνα είσαι, κόρη μου, μικρή)


Μήνα είσαι, κόρη μου, μικρή, νάχεις και μικρόν πόνο;
Ήσουν καλή απ’ τες καλές κι από τες διαλεγμένες,
ήσουν ‘ς το σπιτάκι σου στύλος μαλαματένιος,
και ‘ς το γλυκό τ’ αϊτέρι σου καράβι αρματωμένο,
ήσουνε ‘ς τα παιδάκια σου Μάης με τα λουλούδια,
ήσουν και ‘ς τη μανούλα σου κασέλα κλειδωμένη,
ήσουν τιμή της γειτονιάς και του χαμού καμάρι.










τραγούδι για το χαμό δύο παιδιών, διαδεδομένο από την Ήπειρο ως τη θράκη όπου το δισκογράφησε ο ΧΡΟΝΗΣ ΑΗΔΟΝΙΔΗΣ. εδώ μια ηπειρώτικη παραλλαγή του από τη βιβλίο του δάσκαλου ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ", εκδόσεις ΤΡΟΧΑΛΙΑ. τραγουδιέται υπέροχα πολυφωνικά. μεταγραφή ΑΠΤ, ΆΠΕΙΡΟΣ

ΜΙΑ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Μια συννεφιασμένη μέρα
και μια σκοτεινή βραδιά,
Μας βούλιαξε μια βαρκούλα,
μας πνιγήκαν δυο παιδιά.
Μας πνίγηκε κι ο Νίκος
που ‘ταν ο μοναχογιός.
Κόκκινη ήταν η βαρκούλα
κι άσπρος ήταν ο γιαλός.
Τ’ άκουσε η μάνα του Νίκου,
τάζει λίρες εκατό,
Για να βγάλουνε το Νίκο,
ζωντανό απ’ το γιαλό.
Θάλασσα δεν τρώει λίρες,
θάλασσα δεν τρώει φλωριά,
τρώει νιους και παλικάρια,
των μανάδων τα παιδιά…









όχι ακριβώς του θανάτου αλλά ο σκοτωμός που [εριγράφεται σε διάφορες παραλλαγές του τραγουδιού σοκάρει! μιλά για τη γυναικεία απιστία περισσότερο και την αδελφική αγάπη, σύμφωνα με τα κρατούντα ήθη της εποχής του. μάλιστα σε ορισμένες συλλογές οι συγγραφείς θεώρησαν χρέος τους να συνοδεύσουν την παράθεση του τραγουδιού με το σχόλιο "εμφανής η διδακτική διάθεση του τραγουδιου"! απόσπασμά του δισκογραφήθηκε με το πολυφωνικό των Κτισμάτων στα "ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ" το 1995 με τίτλο "τρία καλά είν'στο ντουνιά"

ΗΤΑΝ ΔΥ’ ΑΔΕΡΦΙΑ ΓΚΑΡΔΙΑΚΑ ( 1η παραλλαγή)

Τίποτε δε εζήλεψα σ’ τούτ’ τον πάνω κόσμο,
μόν’ τ’ άλογο το γρήγορο και τ’ άξιο το ζευγάρι
και την γυναίκα την καλή, που να τιμάει τον άντρα.

και τελειώνει:

Το μαχαιράκι(ν) έβγαλε απ’ το χρυσό θηκάρι
και στην καρδιά της το ‘μπηξε, στην πλάτη της της βγαίνει,
και ύστερα την έκοψε, λιανά-λιανά την κάνει
και στο σακί την έβαλε, στον μύλο την επάει:
- Άλεσε, μύλε μ’, άλεσε της πόρνης το κεφάλι,
κάμε τ’ αλεύρι κόκκινο και το πασπάλι μαύρο,
να ‘ρχονται οι γραμματικοί, να παίρνουνε μελάνι,
να γράφουν τα ντέρτια τους και πάλι να μην φτάνει,
να ‘ρχονται και οι έμορφες, να παίρνουν κοκκινάδι.









από την πλουσιότατη συλλογή του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑΝΓΚΑ όπου ταξινομείται στα μοιρολόγια. παραλλαγές του συναντήσαμε και στις συλλογές των FAURIEL και PASSOV. μας συγκίνησε...



ΑΛΑΦΙΝΑ Κ’ ΗΛΙΟΣ

- Κλάψε με, μάνα, κλάψε με τη νύχτα με φεγγάρι
και την αυγούλα με δροσιά, όσο να φέξει ο ήλιος,
να ’ρτουν τ’ αλάφια απ’ τα βουνά, να σε παρηγορήσουν.
Όλα τα λάφια βγήκανε, κι όλα δροσολιογιούνται,
και μια αλαφίνα ταπεινή δεν πάει κοντά με τ’ άλλα.
Όλο τ’ απόσκια περπατεί κι αντίζερβα κοιμάται,
κι όθ’ εύρει γάτγαρο νέρο, θολώνει και το πίνει.

Κι ο ήλιος την αγνάντεψεν από ξερό κλαράκι:
- Μώρη ’λαφίνα ταπεινή, δεν πας κοντά με τ’ άλλα,
μόνο στ’ απόπσκια περπατείς, κι αντίζερβα κοιμάσαι;
- Ήλιε, ποτέ με ρώτησες, που με ρωτάς και τώρα;
Δώδεκα χρόνους έκαμα που λάφι δεν ηξεύρω,
κι από τους δώδεκα κι ομπρός εγέννησα μοσκάρι.
Ολονυχτίς το έκρυβα μέσα στους κάτω λόγγους,
κι ολημερίς το έβοσκα μέσα στις περιβόλες,
και κυνηγός εφύλαξε, ρίχνει και το σκοτώνει,
κι εμένα δεν εσκότωσε, πάρει το μοσκοπούλι.








ένα από τα ...ομορφότερα χαροντικά τραγούδια όπως καταγράφεται στην παλαιότατη συλλογή του ΧΑΣΙΩΤΗ. οι στίχοι του συναντιούνται τόπους τόπους με άλλα, παλαιότατα τραγούδια και παραλογές από διάφορες περιοχές (από το "ΝΑΥΤΟΠΟΥΛΟ ΨΥΧΟΜΑΧΑ" και την Κάρπαθο μέχρι το ηπειρώτικο πολυφωνικό "Ο ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΙ Η ΜΑΡΙΓΩ"). το είδαμε κάποτε σε παράσταση φοιτητικής θεατρικής ομάδας σε σκηνοθεσία ΜΑΡΘΑΣ ΦΡΙΝΤΖΗΛΑ. τη Βγενούλα την υποδυόταν η κατοπινά μαθήτριά μας και μέλος της "Χαονίας" Ξανθούλα Ντακοβάνου.


Η ΕΥΓΕΝΟΥΛΑ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΟΣ


Η Ευγενούλα η όμορφη κ’ η μικροπαντρεμένη,
όπου παινιώνταν κ’ ήλεγε το Χάρο δε φοβάται·
γιατ’ έχει τους εννιά ‘δερφους και δεκαοχτώ ξαδέρφια,
γιατ’ είν’ τα σπίτια της ψηλά, κι αντρός της παλικάρι.
Κι ο Χάρος κάπου το ήκουσε, κάποιο πουλί το είπε,
μικρό φιδάκι γίνηκε και μια μικρή οχίτσα.
Πάησε και την εδάγκασε μεσ’ στο δεξί της χέρι,
Στ’ ολόμικρο της δάχτυλο, πούχε την αρραβώνα,
στο δάχτυλο που ήτανε τ’ ώριο το δαχτυλίδι·
ρίχνει και την σαΐτα του και τήνε σαϊτεύει,
δεξιά μεριά την βάρεσε στην ράγα του βυζιού της.
- Μάνα μ’ καρδιά μου με πονεί, μανίτσα μ’ το κεφάλι,
μάνα μ’ εγώ σ’ αφήνω γεια, και ντύσε με σα νύφη,
όντας ναρθεί κι ο Κωσταντής να μη τόνε πικράνεις.
Να και ο Κώστας πόρχεται στους κάμπους καβαλάρης,
Με τετρακόσια φλάμπουρα, μ’ εξήντα δυο παιγνίδια.
- Κοντοσταθείτε άρχοντες, και ‘σεις καβαλαρεοι,
στου πεθερού μου την αυλή πολλοί ‘νε μαζωμένοι·
για πεθερός μου πέθανε, για πεθερά μου πάει,
για ΄κείνο το μικρότερο πόχω αρραβωνιασμένο.
- Γεια σου, χαρά σου, γέροντα.
- Καλώς το παλικάρι.
- το τι είν’ αχός που γίνεται μέσ’ στα πεθερικά μου;
μήνα βουβάλια σφάζουνται, μήνα θεριά μαλώνουν!
- Κι ουδέ βουβάλια σφάζουνται κι ουδέ θεριά μαλώνουν
η Ευγενούλα πέθανε και σκούζουν και φωνάζουν.
- Περικαλώ σε, γέροντα, να ζήσουν τα παιδιά σου,
φκιάστο πλατύ το μνήμα της μακρύ για δυο νομάτους,
κι από τη δεξιά τη μεριά ν’ αφήσεις παραθύρι,
να μπαίν’ ο ήλιος του Μαΐου, τ’ Αυγούστου το φεγγάρι,
να σηκώνεται η Ευγενή να βάνει το φκιασίδι,
να σκώνεται κι ο Κωσταντής ν’ ανάβει το τσιμπούκι.
Τον μαύρο του εβάρεσε στου πεθερού του φτάνει,
βρίσκει παπάδες, ψαλμουδιές, γριές μοιρολογίστρες,
να μπω να ιδώ την Ευγενή, να τ(η)ν αποχαιρετήσω.
Μαύρο μαχαίρι ν έβγαλε και στην καρδιά το βάνει,
κ’ εκίνησε το αίμα του σαν σιγαλό ποτάμι,
τους πήραν και τους έθαψαν τους δυο αράδ’ αράδ,
τόνα φυτρώνει λεμονιά και τ’ άλλο κυπαρίσσι,
λιγογυρίζ’ η λεμονιά φιλάει το κυπαρίσσι·
κ’ ένας διαβάτης διάβαινε πολύ μακρ’ αχ τα ξένα.
- Για ιδές τα τα λιγοήμερα, τα ‘λιογοστερημένα,
πως αγαπιόνταν ζωντανά, φιλιούνται ‘ποθαμένα.








Ο ΚΥΝΗΓΟΣ

Μια λυγερή καυχήθηκε ‘ς ανατολή, σε δύση,
πως δεν ευρέθει κυνηγός να τήνε κυνηγήσει,
το ήκουσα κι αρματώθηκα να την κυνηγήσω,
την έπιασα την έσφιξα, κάνω να την φιλήσω·
κ’ η κόρ’ από το φόβο της μου μένει λιγωμένη,
κ’ εθάρρεψα κ’ εγ’ ορφανός πως ήταν πεθαμένη,
και βγάνω το σπαθάκι μου, και πιάνω σκάφτω λάκκο,
και έθαψα τη λυγερή σε μια μηλιά ‘πό κάτω.
- Μηλιά μου με τα μήλα σου, δίνε και των διαβάτων
να συγχωρνούν τη λυγερή που κοίτετ’ από κάτω.

περιγράφει θάνατο τούτο το ποιητικό τραγούδι του πόθου. προέρχεται από τη συλλογή του ΧΑΣΙΩΤΗ, συλλογή που εξεδώθηκε το 1866 και ψηφιοποιήθηκε από την "ΑΠΕΙΡΟ" στο ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ το 2007. ωραίο τραγούδι...








ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ

Κοίτετ’ ο ξένος, κοίτεται στην άκρη στ’ αργαστήρι,
το χέρ’ βαν’ προσκέφαλο, τημ ψάθα έχει στρώμα
δίχως μανούλα στο πλευρό, γυναίκα στο κεφάλι.
- Ξένι μ’ πούνε η κλίνη σου, το ξυλοκρεβατό σου,
πουν’ και το κόκκινο κιλίμ’ το πράσ(ι)νο μαξιλάρι,
να κάτσει η μάνα στην κορφήκ’ η αδερφή κοντά σου,
να κάτσει κ’ η κουριμαδιά μέσ’ στο προσκέφαλο σου,
με τα μαλλιά τους ξέπλεγα στο αίμα γκυλιμένη.

από τη συλλογή του ΧΑΣΙΩΤΗ τραγούδι της ξενιτιάς που το τέλος του ξεβάφει κόκκινο, ξεβάφει αίμα. στο αίμα γκυλιμένη! μια βία ανείπωτη ελλοχεύει απρόσμενα στήνοντας καρτέρια στα ηπειρώτικα τραγούδια....








‘ΚΕΙ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΣ ΚΑΡΔΟΥΛΑ ΜΟΥ


‘Κει που θα πας καρδούλα μου, στη σκάλα που θ’ ανέβεις,
Θα βγουν οι νιοι, θα βγουν οι νιες, θα βγουν τα παλικάρια
Να σε δεχτούν και να σε ιδούν, να πιάκουν τ’ άλογό σου,
Κι ο μαύρος καμαρώνοντας θα σειέται, θα λυγιέται.
Κι αν σε ρωτήσουν, γιόκα μου, κι αν θα σου ειπούν, παιδί μου,
«Σαν τι μαντάτα ήφερες απ’ τον Απάνω κόσμο;»
Πες τους οι μάνες φλίβονται για τα καψοπαίδια τους,
Που τάφαγεν η μαύρη γης και τ’ άραχνο το χώμα.

τραγούδι του Κάτω Κόσμου από τα "ΚΟΝΙΤΣΙΩΤΙΚΑ" του ΡΕΜΠΕΛΗ







KATΩ ΣΤΑ ΕΞΙ ΜΑΡΜΑΡΑ


Κάτω στα έξι μάρμαρα, στα δυο μαύρα λιθάρια,
εκεί Χάρος δεν κατοικά, Χάρος δεν πάει να κάτσει.
Μα Πάησε και κατοίκησε μια αρραβωνιασμένη,
Όπου το επαινέθηκε πως χάρος δεν την παίρνει.
Κι ο Χάροντας σαν τ΄ άκουσε πολύ του κακοφάνη
και πάει την εμαχαίρωσε ταχιά μέσα στο σπίτι.
Μπαίνουν και βγαίνουν οι γιατροί και δεν αποφασίζουν,
μπαινόβγαινε κι μάνα της με τα μαλλιά λυμένα.
-Σήκου απάνω κόρη μου και μη βαριοκοιμάσαι,
τι έρχονται οι συμπέθεροι νύφη για να σε πάρουν.
Σαν ήρθαν, καλώς ήρθανε και καλώς να ορίσουν.
στρώσε γιοργιάνια πράσινα, προσκέφαλα γαλάζια,
στρώστε τις τάβλες θλιβερές και μαυροφορεμένες,
δώστε να φάν’, δώστε να πιουν, κρασί για να μεθύσουν.
Κι απλώστε στην τζεπούλα μου, τη βαριορηγμένη.
Και πάρτε τα κλειδάκια μου κι ανοίξτε την κασέλα,
και πάρτε τα ρημάδια μου, ντύστε την αδερφή μου,
φορέστε την καλά σκουτιά και δάκρυα να μη χύσει,
να μου βαρέσουν τα βιολιά όσο να βγει η ψυχή μου.
Και πάρτε με και θάψτε με ψηλά σε μια ραχούλα,
να χαίρομαι την άνοιξη, το Μάη με τα λουλούδια.

από τη συλλογή των ΦΩΤΙΟΥ, ΛΥΤΗ "ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ" (εκδόσεις "Νεφέλη"). το θέμα είναι πολυτραγουδισμένο και συναντάται σε διάφορες παραλλαγές και εκτός Ηπείρου.







Η ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ

Το τι ν’ αχός που γίνεται και ταραχή μεγάλη,
μήνα βουβάλια σφάζονταί, μήνα θεριά μαλώνουν;
- Ουδέ βουβάλια σφάζουνται, κι ουδέ θεριά μαλώνουν,
χάθηκε μια αρχόντισσα και μια κυρά μεγάλη
κι αφήνει κάστρο φαμηλιά, παρά καμαρωμένη,
αφήνει σκάλες τα μικρά, και σκάλες τα μεγάλα,
σκάλες έχει τ(ι)ς ανύπαντρες και σκάλες τ(ι)ς παντρεμένες,
και σκάλες τα μικρότερα, σκάλες τα δασκαλούδια.

πόσο παράξενο ένας στίχος κάπου σε ένα τραγούδι να σε ταξιδεύει πολύ μακριά από τον τόπο προέλευσής του, σε άλλο τραγούδι, άλλους ουρανούς... όπως ο τρίτος στίχος του ηπειρώτικου τραγουδιού που μας ταξιδεύει σε ένα αγαπημένο συρματικό σκοπό από την ακριτική Όλυμπο Καρπάθου. ο ΧΑΣΙΩΤΗΣ κατατάσσει το τραγούδι στα μοιρολόγια της συλλογής του...










Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ (Καλότυχα μωρέ βουνά)


Καλότυχα μωρέ βουνά, και σεις κρύες βρυσούλες,
Όπου κλέφτες δεν έχετε, και κλέφτες δε φορείτε·
το λόγο δεν απόσωσε, το λόγο δεν απόειπε,
πρώτος κλέφτης τον άρπαξεν, ο πρώτος αδερφός του,
μαύρο μαχαίριν έβγαλε και στην καρδιά το βάνει,
κι αφόντας τον ελάβωσε κάθεται και ρωτάει·
- Καλέ μ’ πουθ’ είν’ τα τόπια σου, και πούθε τα πατρικά σου;
- Η μάνα μου Σεργιώτισα, κι αφέντης μου Πολίτης,
είχα και Γιάννην αδερφό, ‘σηκωθεί πρώτος κλέφτης·
και τότες τον εγνώρισε όπου ήταν αδερφός του,
στην αγκαλιά τον άρπαξε και στο γιατρό πηγαίνει·
- Γιατρέ, πολλούς εγιάτρεψες, σφαγμένοι, λαβωμένοι,
ακόμα αυτόν τον νιούτσικο θέλω να τον γιατρέψεις.
- Εγώ πολλούς εγιάτρεψα, σφαγμένοι, λαβωμένοι,
άμα τούτος ο νιούτσικος δεν έχει γιατρεμόνε·
εχ’ αδερφίτσα χαντζαργιά, μέσα στα φυλλοκάρδια.

πολυτραγουδιμένος ο αδελφοσκοτωμός, εδώ εκκινώντας με στίχους από το "ΚΑΛΟΤΥΧΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΒΟΥΝΑ". από τη συλλογή του ΧΑΣΙΩΤΗ, μεταγραφή "ΑΠΕΙΡΟΣ", ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ










KATΩ ΣΤΑ ΕΞΙ ΜΑΡΜΑΡΑ


Κάτω στα έξι μάρμαρα, στα δυο μαύρα λιθάρια,
εκεί Χάρος δεν κατοικά, Χάρος δεν πάει να κάτσει.
Μα Πάησε και κατοίκησε μια αρραβωνιασμένη,
Όπου το επαινέθηκε πως χάρος δεν την παίρνει.
Κι ο Χάροντας σαν τ΄ άκουσε πολύ του κακοφάνη
και πάει την εμαχαίρωσε ταχιά μέσα στο σπίτι.
Μπαίνουν και βγαίνουν οι γιατροί και δεν αποφασίζουν,
μπαινόβγαινε κι μάνα της με τα μαλλιά λυμένα.
-Σήκου απάνω κόρη μου και μη βαριοκοιμάσαι,
τι έρχονται οι συμπέθεροι νύφη για να σε πάρουν.
Σαν ήρθαν, καλώς ήρθανε και καλώς να ορίσουν.
στρώσε γιοργιάνια πράσινα, προσκέφαλα γαλάζια,
στρώστε τις τάβλες θλιβερές και μαυροφορεμένες,
δώστε να φάν’, δώστε να πιουν, κρασί για να μεθύσουν.
Κι απλώστε στην τζεπούλα μου, τη βαριορηγμένη.
Και πάρτε τα κλειδάκια μου κι ανοίξτε την κασέλα,
και πάρτε τα ρημάδια μου, ντύστε την αδερφή μου,
φορέστε την καλά σκουτιά και δάκρυα να μη χύσει,
να μου βαρέσουν τα βιολιά όσο να βγει η ψυχή μου.
Και πάρτε με και θάψτε με ψηλά σε μια ραχούλα,
να χαίρομαι την άνοιξη, το Μάη με τα λουλούδια.

από τη συλλογή των ΦΩΤΙΟΥ, ΛΥΤΗ "ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ" η παραλλαγή ενός τραγουδιού ευρύτερα διαδεδομένου και πολύτροπα δισκογραφημένου - όχι όμως και πολυφωνικά...










ΚΩΣΤΑ ΜΟΥ, ΜΗΝ ΠΑΝΤΡΕΥΕΣΑΙ



Ο Κώσταντας κι ο Γιάνναντας κι ο μικρο-Κωσταντίνος
τρεις χρόνους επερβάταγαν να βρουν καλή γυναίκα,
να βρουν ψηλή, να βρουν λιγνή, να βρουν καγκελοφρύδα.
Βρήκαν ψηλή, βρήκαν λιγνή, βρήκαν της αρεσιάς τους.
Τρεις χρόνους κάνουν το προικιό και τρεις τ’ απανωπροίκια,
και τρεις όπου ‘τοιμάζονταν το γάμο τους να κάνουν.
Στο δρόμο όπου πήγαιναν, στο δρόμο που πηγαίνουν
πουλάκι πάει κάθησε στου Κώστα το κεφάλι:
-Κώστα μου μην παντρεύεσαι, μη χάνεις τον καιρό σου,
εσένα σο’ ‘ρθε ο θάνατος, γρήγορα θα πεθάνεις.
-Πού ξέρεις ΄σύ πουλάκι μου, που ‘γώ ‘θαλα πεθάνω
-Εψές ήμουν στους ουρανούς και τώρ’ ήρθα σε σένα,
εκεί είδα που σε γράψανε με τους αποθαμένους.
-Μάνα μου, χώσ’ το χέρι σου στην αργυρή μου τσέπη
και πάρε τα κλειδάκια μου κι άνοιξε το σεντούκι,
και βάλε την αρμάτα μου την χρυσοκεντισμένη,
κι αρμάτωσε τον αδερφό, σύρτε πάρτε νύφη.
Ζερβιά μεριά το λείψανο, δεξιά μεριά το ψίκι.
Κι η νύφη τους αγνάντευε απ’ το παραθυράκι.
-Μάνα μ’, του Κώστα είν’ τ’ άλογο, του Κώστα η αρμάτα.
Αλλ’ ο Κώστας δεν είν’ εδώ, δεν ξέρεις πού επάει;
-Κώστας, κόρη μ’ δε φαίνεται, δεν ξέρω που επάει.
-Συμπέθεροι στα σπίτια σας και φίλοι στα δικά σας
και ‘σύ καλέ μ’ αντράδερφε, να πας απ΄ εκεί πο’ ‘ρθες.
Όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι,
τότε κι εγώ θα παντρευτώ να πάρω άλλο ταίρι.

άλλο ένα τραγούδι για ένα ΜικροΚωνσταντίνο. θα το κατατάσσαμε στις παραλογές σαν παραλλαγή της ευρύτερα διαδεδομένης παραλογής αλλά σεβόμαστε την κατηγοριοποίηση των ΦΩΤΙΟΥ/ΛΥΤΗ στη συλλογή τους. μεταγραφή "ΑΠΕΙΡΟΣ", ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ









ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΑΚΗ

Του κυρ Δημάκη τα παιδιά, τα δυο τα πήραν κλέφτες,
τα πήραν και τα πά(γ)ησαν στον Έλυμπο στη ράχη,
τα βάνουν γράφουν γράμματα, τα στέλνουν στον Δημάκη,
να κάνει τ’ άσπρα έτοιμα, τις δώδεκα χιλιάδες.
κάνει γελέκια εκατό και φέσια πεντακόσια·
τα ‘τοίμασε, τα πά(γ)ησε στον Έλυμπο στην ράχη,
εκεί κάναν δεν εύρισκε από τους χαραμίδες,
βρίσκει τον κούκο που λαλεί, θλίβα, θλίβα του λέ(γ)ει,
- Καλή μερά σου, κούκε μου.
- Καλώς τον κυρ Δημάκη.
- Εδώ κάναν δεν ηύρα ‘γω από τους χαραμίδες.
Στην απεκείθε τη μεργιά δυο ‘δέρφια ήταν θαμμένα,
κι απάνω στα γκιβούργια τους κλήμα ήταν φυτεμένο·
κάνει σταφύλια ροζακιά και το κρασί μοσχάτο,
κι όσες μανάδες κι αν το πιουν ποτέ παιδί δεν κάνουν·
να τούχε πιει κι η μάνα μου, μη μ’ έχε καν’ κ’ εμένα·
κάλλια ήταν να μη μ’ έκανε παρά που μ’ έχει κάνει,
τι είδαν τα ματάκια μου στον Έλυμπο στη ράχη.

από τη συλλογή του ΧΑΣΙΩΤΗ που μετρά 140 χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία της! ένα τραγούδι που αφηγείται απαγωγή, θέμα που συναντάμε και στο "Κάτω στα λιβαδάκια, Θανάσω". μεταγραφή "ΑΠΕΙΡΟΣ", ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ








ΜΟΙΡΟΛΟΪ


Ο μάνα, αχ,
αχ, που σε ήβρα, μάνα,
εχτές σ’ άφησα καλά, μάνα, εχ,
αχ και σήμερα σε βλέπω, μάνα, εχ,
μάνα, εχ, μανούλα, εχ,
Σε βλέπω αρματωμένη, μάνα, εχ,
μανούλα, εχ.
Πες μας τίποτα, μάνα, εχ,
πες μας τίποτα για τα παιδιά σου, μάνα, εχ,
πες μας, κρίνε μας, μάνα, εχ.
Που τ’ άφηκες τα παιδιά σου, μάνα, εχ,
με τους πόνους σου στο κορμί, μάνα, εχ,
τους πόνους και τις πληγές που είχες, μάνα, εχ.
Δεν έστειλες των παιδιών σου νάρθουνε,
δεν έμαθαν, μάνα, εχ,
δεν έμαθαν να ρθούνε να σε δούνε, μάνα, εχ, μανίτσα εχ,
να σε δούνε για τελευταία φορά, μάνα, εχ.
Πες μας τίποτα, μάνα, για τις κοπέλες.
Μας ρωτούσες για τ’ αγγόνια, μάνα, εχ.
Δώσε του πατέρα χαιρετήματα, εχ, ‘πο τ’ αγγονάκια, εχ.
Μάνα, εχ που τα κρατούσες και τα χόρευες, μανούλα, εχ,
μανούλα, εχ-χ-χ-χ, πες μας τίποτα, εχ-χ-χ-χ, (κλάμα)
που σ’ αρμάτωσαν, μάνα, εχ-χ,
και σ’ έκαναν νύφη ξανά, μάνα, εχ.
Ρωτάνε, μάνα, τα παιδιά για τη γιαγιά τους-ο
και τους λέμε, μανούλα, είναι στο γιατρό, μάνα, εχ.
Μας ρωτάνε για τους πόνους, που ηβλέπανε
και τις πληγές σου στα πόδια-ε,
μάνα-ε –χε-χε-χεε-χε, (κλάμα)
μανούλα-ε –χε-χε-χεε-χε, (κλάμα)

μοιρολόι που περιέχεται στο βιβλίο του ΚΩΣΤΑ ΛΩΛΗ "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ". η καταγραφή του αντιστοιχεί σε υπάρχουσα επιτόπια ηχογράφηση








ΠΕΡΑ ΣΕ ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Πέρα σ’ εκείνο το βουνό,
κοντούλω τι με μάρανες,
και στ’ άλλο παραπέρα,
με μάρανες καημένη.
Στον πάτω βόσκουν πρόβατα,
και στη κορφή τα γίδια,
με μάρανες καημένη,
κι ανάμεσα στα δυο βουνά,
δυο αδέρφια ήταν θαμμένα,
κι ανάμεσα στα δέντρα του,
κλήμα ήταν φυτρωμένο,
Το Μάη ανθίζει σαν δεντρί,
και το Θερτή σαν κλήμα
και το δεκαπενταύγουστο
κάνει και τα σταφύλια

απρόσμενο το μυστικό που κρύβει τούτο το βουνό στην παραλλαγή του γνωστότατου πολυφωνικού τραγουδιού που περιλαμβάνεται στη συλλογή των ΦΩΤΙΟΥ/ΛΥΤΗ "ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ"








ΛΕΒΕΝΤΗ Σ’ ΑΡΑΘΥΜΩΣΑ

Λεβέντη σ’ αραθύμωσα, θέλω να σ’ ανταμώσω...
- Κόρη μ’ κι αν μ’ αραθύμωσες και θέλ’ς να μ’ ανταμώσεις
Για κίνα κι έλα μια βραδιά κι ένα Σαββάτο βράδυ,
Να κλάψομε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας,
Ποιος έχομε τα πλιότερα για να τα μοιραστούμε.
- Εγώ ‘χω τα περσότερα στ’ αραχνιασμένο χώμα,
Μου τρω’ η γης τα νιάτα μου, τρώει τη λεβεντιά μου,
Μου τρώει το λιχνό κορμί και το καμαρωμένο.

από τα "ΚΟΝΙΤΣΙΩΤΙΚΑ" του ΡΕΜΠΕΛΗ. το ρήμα αραθυμώ το συναντάμε σε αρκετά ηπειρώτικα τραγούδια.








Η ΠΑΙΔΟΚΤΟΝΟΣ


Τρίτη Τετράδη θλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη,
Παρασκευή ξημέρωνε, να μ’ είχε ξημερώσει,
πουρνόν ο Κώστας πάγησε, πάγει να κυνηγήσει
κι ο Γιάννης πάει ‘ς το δάσκαλο γράμματα για να μάθει
ένα χαρτί ν αστόχησε, γύρισε να το πάρει
κ’ ήβρε τη μάνα του έπαιζε μ’ ένα παλικαράκι.
- Άπιστη μάνα, τ’ είν’ αυτός, τι θέλει αυτός ο ξένος;
Βράδυ που θάρθει αφέντης μου θα του το μολογήσω.
Η μάνα το ξελόγιασε, το μπάζει ‘ς το κατώγι
και σαν αρνάκι τόσφαξεν, η σκύλα, σαν χασάπης.
Νάτος κι ο Κώστας πόρχονταν απ’ το πικρό κυνήγι,
φέρνει τ’ αλάφια ζωντανά, τα’ αγρίμια λαβωμένα,
κ’ ένα μικρό λαφόπουλο του Γιάννη του να παίζει.
- Γεια σου, χαρά σου, λυγερή, το που είναι το παιδί μας;
- Πουρνόν επήγε ‘ς το σκολειό κ’ ακόμα δεν εφάνει.
Τον γρίβα καβαλίκεψε ‘ς το δάσκαλο παγαίνει.
- Δάσκαλε, πουν ο Γιάννης μου, δεν σκόλασεν ακόμα;
- Εις το σκολειό του σήμερα ο Γιάννης δεν εφάνει.
‘Σ το σπίτι πάλε γύρισε, το Γιάννη δεν τον βρίσκει,
τρέχει κι αρπάζει τα κλειδιά και μπαίνει στο κατώγι,
κ’ ήβρε το παιδάκι του σφαγμένο σαν αρνάκι.
Λιανά λιανά πελέκησεν αυτήν την σκύλα μάνα
και τα κομμάτια τάμασε και ‘ς τον τουρβά τα παγαίνει,
- Άλεσε, μύλε μ’ άλεσε τα κοκάλα της κούρβας.

τρομακτικό τραγούδι που απαντά και σαν παραμύθι στην Ήπειρο. το συναντήσαμε σε παραλλαγή του στην παλαιά συλλογή του ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΥ. "ΑΠΕΙΡΟΣ", ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ










ΚΙΝΗΣΕ Ο ΞΕΝΟΣ ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΛΗ ΤΟΥ


Κίνησ’ ο ξένος κίνησε να πάει στην καλή του,
Κι ο χάρος τον αγνάντεψε ναπό ψηλή ραχούλα,
Και πάει και τον διασταύρωσε σ’ ένα στενό σοκάκι:
«Καλημερά σου, νιούτσικε.- Καλώς το χάρο που ‘ρθε.
Άφσε με Χάρε, άφσε με, στο σπίτι μου να πάω.
- Για δε σ’ αφήνω, νιούτσικε, στο σπίτι σου να πάεις,
Εμένα μ’ έστειλ’ ο θεός, ψυχή για να σου πάρω.
- Χωρίς αστένεια κι αρρώστια, εγώ ψυχή δεν δίνω».
Οι δυο πήγαν και πάλεψαν σε μαρμαρένιο αλώνι.
Ακούω το νιο για να βογγάει, να βαριαναστενάζει,
Κι ο Χάρος εχαιρόντανε κι ο Χάρος εγελούσε.
«Άφσε με Χάρε, άφσε με, στο σπίτι μου να πάω,
Τ’ έχω γυναίκα παρανιά και χήρα δεν της πρέπει.
Έχω παιδιά ανήλικα π’ ορφάνια δε γρωνίζουν».

εξαιρετικά τα μοιρολόγια και τα χαροντικά τραγούδια που περιέχονται στη συλλογή του ΡΕΜΠΕΛΗ "ΚΟΝΙΤΣΙΩΤΙΚΑ". και τούτο, όπως όλα τα τραγούδια που παρουσιάζονται στο φόρουμ, σε ψηφιακή μεταγραφή στο ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ









ΚΙΝΗΣΕ Ο ΞΕΝΟΣ ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΛΗ ΤΟΥ


Κίνησ’ ο ξένος κίνησε να πάει στην καλή του,
Κι ο χάρος τον αγνάντεψε ναπό ψηλή ραχούλα,
Και πάει και τον διασταύρωσε σ’ ένα στενό σοκάκι:
«Καλημερά σου, νιούτσικε.- Καλώς το χάρο που ‘ρθε.
Άφσε με Χάρε, άφσε με, στο σπίτι μου να πάω.
- Για δε σ’ αφήνω, νιούτσικε, στο σπίτι σου να πάεις,
Εμένα μ’ έστειλ’ ο θεός, ψυχή για να σου πάρω.
- Χωρίς αστένεια κι αρρώστια, εγώ ψυχή δεν δίνω».
Οι δυο πήγαν και πάλεψαν σε μαρμαρένιο αλώνι.
Ακούω το νιο για να βογγάει, να βαριαναστενάζει,
Κι ο Χάρος εχαιρόντανε κι ο Χάρος εγελούσε.
«Άφσε με Χάρε, άφσε με, στο σπίτι μου να πάω,
Τ’ έχω γυναίκα παρανιά και χήρα δεν της πρέπει.
Έχω παιδιά ανήλικα π’ ορφάνια δε γρωνίζουν».

Θα μπορούσε να περιληφθεί στα τραγούδια της ξενιτιάς ή τις παραλογές αλλά ο ΡΕΜΠΕΛΗΣ το κατατάσσει στα μοιρολόγια στη συλλογή του "ΚΟΝΙΤΣΙΩΤΙΚΑ"









ΤΟΥ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥ Τ’ ΑΡΜΑΤΑ

Του πεθαμένου τ’ άρματα δεν πρέπει να πουλιόνται,
μον’ πρέπει νάναι σ’ ερημιά, σε τρία σταυροδρόμια
κι όσοι διαβάτες κι αν διαβούν να τα καλημερίσουν.
- Καλή – μέρα στ’ άρματα. – Καλώς τους τους διαβάτες.
- Άρματα πουν’ ο αφέντης σας και πούναι ο καλός σας;
- Ο Χάρος τον εγύρεψε παιδί για να τον κάνει.
- Χάρε μου κι αν με γύρεψες παιδί για να με κάμεις
για άντε να παλέψουμε σε μαρμαρένιο αλώνι.
Κι ο Χάρος τον ενίκησε, του πήρε την ψυχούλα.
- Άφσε με, Χάρε, άφσε με, πέντ’ έξη ακόμα χρόνια
κ’ έχω γυναίκα παρανιά και χήρα δεν της πρέπει·
αν περπατήσει σιγαλά της λένε καμαρώνει,
αν περπατήσει γρήγορα της λεν άντρα γυρεύει·
έχω και τα μωρά παιδιά, τ’ αφήνω στα σοκάκια.

o ΓΙΑΝΓΚΑΣ το περιλαμβάνει στη συλλογή του με παραπομπή στον ΧΑΣΙΩΤΗ. το κατατάσσει στα ακριτικά τραγούδια, θα μπορούσε να θεωρηθεί και χαροντικό τραγούδι. διάλογος με τα άρματα του σκοτωμένου!








ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

Μωρέ Χάρο χαραμή, μωρέ χαραμοφάγη,
και γης χαραμοφάγισσα, χαραμοφυλαγμένη.
Όσα καλά ’χεις, μαύρη γης, απάνω θα τα βγάλεις,
τους νιούτσικους που δέχεσαι δεν ξέρω τι τους κάνεις·
δεν τους φυτρώνεις τίποτε ζαφίρια και διαμάντια,
μοναχή σου τους χαίρεσαι και τρώ(γει)ς και καμαρώνεις,
βγάνεις τα φίδια με φτερά, τ(η)ς οχιές με δυο κεφάλια,
τραβάς κι αχ’ τα κορμάκια τους και τρέφεις τα χορτάρια.
Εσύ πρέπει να χαίρεσαι, πρέπει να καμαρώνεις,
Πρέπει να ζώνεσαι σπαθί, και να φορείς ντουφέκι
Με τα καλά που χαίρεσαι και με τα τζουβαΐρια.
- Δεν είμαι μάνα να πονώ, πατέρας να λυπιούμαι,
μένα με λένε μαύρη γης, πικρή φαρμακωμένη,
σαράντα μέρες τους βαστώ κι απέ τους αραχνιάζω,
τους κόφτουνται τα χέρια τους, απανωτιό στα στήθια
και ρέβουν τα ματάκια τους σαν το μαργαριτάρι,
πέφτουν και τα μαλλάκια τους τρο(γ)ύρω στο λαιμό τους,
πίνουν τουν λάκκου το νερό, της πλάκας το φαρμάκι.

από τη συλλογή του ΓΙΑΝΓΚΑ με παραπομπή στην παλαιότερη συλλογή του ΧΑΣΙΩΤΗ τούτο το τραγούδι που ο συλλέκτης το έχει κατατάξει στα χαροντικά τραγούδια
alexandros (Admin)
Admin
Posts: 52
graphgraph
User Offline Click here to see the profile of this user
The administrator has disabled public write access.
 

#47
Απ:τραγούδια του θανάτου και μοιρολόγια 3 Years, 9 Months ago  
ΤΑΧΑ ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΚΙ ΕΓΩ ΝΙΟΣ

Σάββατο μέρα πίναμε, την Κυριακή όλη μέρα.
Και τη Δευτέρα το ταχιό τέλεψε το κρασί μας.
Ο καπετάνιος, μ’ έστειλε κρασί να πάω να φέρω.
Εγώ είμαι ξένος κι έρημος, τους δρόμου δεν τους ξέρω.
Το μονοπάτι μ΄ έβγαλε σ’ ένα έρημο εκκλησάκι.
Εκεί ήταν πολλά μνήματα, όλα από παλικάρια.
Ένα μνήμα ήταν ξέχωρο, ξεχωριστό απ’ τ’ άλλα.
Δεν το ‘δα και το πάτησα απάνω στο κεφάλι.
Ακούω το μνήμα και βογκά και βαριαναστενάζει.
- Ποιος είσαι συ που με πατάς απάνω στο κεφάλι;
Τάχα δεν ήμουν κι εγώ νιος, βρε νιος και παλικάρι;
Τάχα δεν επερπάτησα νύχτες δίχως φεγγάρι;

από τη συλλογή του δάσκαλου ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ". η κατάληξή του συναντιέται με το "Νύχτωσα ο μαύρος και πλάγιασα"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου