Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Γιάννης Ρίτσος-Τα ερωτικά.(Επιλογές)

Ορέστης Αλεξάκης : Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό…

.
.


Ζωγραφική : Salvador Dalí
.
.
.

Και μη ρωτάς γιατί θλιμμένος είμαι

.

Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
τα καραβάνια
των λησμονημένων

Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
σκιές νεκρών
μορφές αγαπημένων

Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις

Είναι που κλείνεις τις
καταπακτές
και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις

Είναι που μες στο φέγγος σου αγρυπνώ
σα να πιστεύω πως
υπάρχω ακόμα

Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα

.
Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς
Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989) [πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον το 1989].  Συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999)
Πηγή γι’ αυτή την ανάρτηση :
http://orestisalexakis.wordpress.com/2011/03/01/orestis-alexakis-kai-mi-rwtas-giati-thlimmenos-eimai-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B7-%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AC%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF/#comments
.


Αρχοντούλα Αλεξανδροπούλου : «πού χάθηκες, αγάπη μου», αλυχτούσα

.

.
.

Χαμένη στη μελάνη

 .

Κάπου ανάμεσα

στα σύμφωνα και τα φωνήεντα

χάθηκες απ’ τα μάτια μου

 .

Όσο κι αν σε αναζήτησα

κάτω από αποστρόφους

άνω τελείες και αποσιωπητικά,

.

Αληθινά

«πού χάθηκες, αγάπη μου», αλυχτούσα

ώρες ολόκληρες να έρθεις καρτερούσα.

.

Τελείες και κόμματα προσπέρασα

στις παύλες γέφυρες απέναντι περνούσα,

με δυσκολία στα θαυμαστικά σκαρφάλωνα

κι απ’ τα στενά τελειώματα

σύντομων στίχων

κάτω ως τα υποσέλιδα

βαριά κατρακυλούσα.

 .

Απ’ την προμετωπίδα κάβους λύνοντας

τα απανωτά κύματα των σελίδων σου

με το σκαρί μου έσκισα,

μα με ορμή, ακυβέρνητη, στον κολοφώνα σου άραξα

 .

Φώναξα

«Τίποτα, αγάπη, τίποτα»

μα χάθηκαν τα λόγια ανείπωτα.

.

Γραμμή γραμμή

τα λόγια σου κατέβηκα

και άλλα τόσα ανέβηκα

μήπως και σε προφτάσω

.

Το χάδι σου λαχτάρισα καθώς,

λατρευτικά φυλλομετρούσες τις σελίδες,

μα εσύ λόγια διαβάζοντας,

για ένα κορμί που πια δεν έχω,

δε με είδες.

 .

Αόρατη πασχίζοντας με αντίβαρο το σώμα

να σ’ εμποδίσω να κλείσεις το βιβλίο,

με δάκρυα τρύπησα το εξώφυλλο

μουσκεύοντας τα απλά των στιγμών μας στοιχεία, του τυπογράφου

το άκαρδο όνομα διαγράφοντας

 .

Εκείνου που άσκεφτα μάς χώρισε,

«αγάπη, αγάπη μου» εκλιπάρησα,

τυπώνοντας τείχη ανάμεσά μας

τα δεκαεξασέλιδα

γεμάτα απ’ των ζεστών

λόγων σου τα νοήματα

εκείνα που παλιά κρυφοψιθύριζες

άγραφα μεσ’ στ’ αυτιά σαν χάδι.

 .

Σαν δάκρυ εκατρακύλησα

στο επόμενο βιβλίο,

σε νέες περιπέτειες

με δράκους κεφαλαίους,

σπήλαια ερωτηματικά

και μάγισσες οξείες.

.

Εσύ, ανύποπτος ξανά,

με το μυαλό στα λόγια,

από το χέρι μ’ έπιασες

να πάμε για το δείπνο,

το πρωινό, τη βόλτα μας

 .

Κι εγώ σε ακολουθούσα,

ξέροντας πως στο χτύπο

κάθε καρδιάς, εσύ άκουγες

ριματοπλέχτη στίχο.

.
Α ρ χ ο ν τ ο ύ λ α   Α λ ε ξ α ν δ ρ ο π ο ύ λ ο υ
.
[Η Α. Α. είναι καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στη ΔΕ – Μεταφράστρια, Πτυχιούχος ΤΑΓΦ Αθηνών. Μεταπτυχιακό (ΜΑ) στη "Μετάφραση-Μεταφρασεολογία". Εκδόσεις: Ποίηση, Θέατρο, Δοκίμια, Άρθρα, Μεταφράσεις. Παράλληλες  Δραστηριότητες: Εικαστικά, Θέατρο. Αυτή είναι η τρίτη συνεργασία της με το πτερόεν.]
.

Ορέστης Αλεξάκης : … κι όλο βυθίζεσαι στο φως

Ζωγραφική : Gustav Klimt



 
.

Μαρία ή Το θαύμα της βροχής

.

Καθώς

εγώ

τη μυγδαλιά τινάζω

.

πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή

κι εσύ

πώς λάμπεις

.

μα δεν θυμώνεις

μόνο

με κοιτάζεις

και μου χαμογελάς

φεγγοβολώντας

.

Κι εγώ

τινάζω με

μανία το δέντρο

και Θε μου σε

φοβάμαι και

μ’ αρέσεις

.

κι όλο βυθίζεσαι στο φως

και μέσα

στην εκτυφλωτική σου λάμψη

σβήνεις

.

Κι εγώ

τινάζω κλαίγοντας

       — γελώντας

και κλαίγοντας —

το δέντρο

και

ξυπνώ

.

και πια

δεν είναι φως

δεν είναι δέντρο

.

μόνο δωμάτιο γκρίζο

βουρκωμένο

και βρέχει

βρέχει

βρέχει

και

δεν είσαι

.

κανείς δεν είναι πια

και με σκεπάζουν

άγρια θολά νερά

.

νερά

και χρόνια

.
.
.
Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς (1931)
Από τη συλλογή Ο Ληξίαρχος (1989)
(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς   &   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 18-19)
.

Γιώργος Θέμελης : Είναι ένα αίνιγμα

.

Dante Gabriel Rossetti : Prosperine (Detail)
.

Αγαπώ την ώρα

Αγαπώ την ώρα που έρχεσαι
Σαν ανοιχτή γαλάζια ημέρα
Μ’ ένα στόμα σαν κρίνο

Τα δάκρυα ανοίγουν στο πρόσωπο
Όπως ένα ποτάμι
Τ’ απέραντα μάτια

Τα χέρια σου ταξιδεύουν
Σα λευκά περιστέρια

Δώσ’ μου τη δύναμη να κοιτάζω τον ήλιο
Να βλέπω το πρόσωπό σου

Άστρα στολίζουν το μέτωπο
Βυθισμένο στο κύμα της εικόνας σου
Μακρινό καθρεφτισμένο πρωινό

Είναι ένα αίνιγμα
Ένα
Μυστικό

.
.
Γ ι ώ ρ γ ο ς   Θ έ μ ε λ η ς  (1900 – 1976)
Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)
Πηγή :  Η πολύτιμη σελίδα “ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ: ΒΛΕΠΕ ΤΟ ΦΩΣ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ”
http://giorgosthemelis.wordpress.com/
.

Γιάννης Ρίτσος : τὸ μέγα ἄσκοπο

.

.

.

.

Ἐαρινὴ Συμφωνία

.

XVI

Χαρὰ χαρά.
Δὲ μᾶς νοιάζει
τί θ᾿ ἀφήσει τὸ φιλί μας
μέσα στὸ χρόνο καὶ στὸ τραγούδι.

Ἀγγίξαμε
τὸ μέγα ἄσκοπο
ποὺ δὲ ζητᾷ τὸ σκοπό του.

Ὁ Θεὸς
πραγματοποιεῖ τὸν ἑαυτό του
στὸ φιλί μας.
Περήφανοι ἐκτελοῦμε
τὴν ἐντολὴ τοῦ ἀπείρου.

Ἕνα μικρὸ παράθυρο
βλέπει τὸν κόσμο.
Ἕνα σπουργίτι λέει
τὸν οὐρανό.
Σώπα.

Στὴν κόγχη τῶν χειλιῶν μας
ἑδρεύει τὸ ἀπόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ἀκοῦμε
μὲς στὸ γαλάζιο βράδι
τὴν ἀνάσα τῆς θάλασσας
καθὼς τὸ στῆθος κοριτσιοῦ εὐτυχισμένου
ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ χωρέσει
τὴν εὐτυχία του.

Ἕνα ἄστρο ἔπεσε.
Εἶδες;
Σιωπή.
Κλεῖσε τὰ μάτια.

.
Γ ι ά ν ν η ς   Ρ ί τ σ ο ς   (1909-1990)
Ποιήματα 1930-1960, Ἀθήνα,  Κέδρος, 1972, σελ. 237-238.
.

Σπύρος Ηλιόπουλος / Ξένια Κακάκη : Πτερόεν / Alado

.
.
.
Marc Chagall: Above the Town
.
.
.
.

Π τ ε ρ ό ε ν

                                  [στην Αφροδίτη Αλεξανδροπούλου]

Πάμε λοιπόν
σε κείνα τα τοπία, που –θυμάσαι;–
ξεχείλιζαν στα μάτια μας οι ανατολές των ηδονών
μέσα σε ουράνιες πτήσεις παράξενων πτηνών
στις αντιστίξεις των φωνών πάλλευκων αγριόκυκνων
σαν ξέφευγαν απ’ της ψυχής μας τα ορθάνοιχτα παράθυρα
και ζυγιαζόντουσαν ψηλά, στο άπειρο στερέωμα,
σαν τώρα, τούτη τη βλογημένην ώρα
που, μες σ’ ένα όραμα, πανέμορφη αναδύθηκες
στης θύμησής μου το αίθριο.

Κι έλα και φόρεσε μαζί μου
εξωτικού πτηνού φτερά, τόσο ψηλά ν’ ανυψωθούμε
ώς να χαρίσουμε στον Κόσμο και τα πράγματα
και στα παλιά, λησμονημένα μας ινδάλματα
κείνη τη λεύτερη, των παιδικών μας χρόνων όψη
κείνη την πρώτη κι αλλοπρόσαλλη Αποκάλυψη.

Κι έπειτα, με το δείλι,
ας πετάξουμε, πτερόεσσα, και πάλι
φτεροκοπώντας αγκαλιά μέσα στο Φως
στην τελευταία μας χαρούμενη τροχιά
σ’ ένα διπλό κι ατέρμονα χορό
μιας μεταμορφωμένης πεταλούδας.

.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

.
.

A l a d o

.

Vamos entonces
a aquellos paisajes que, ¿recuerdas?,
se desbordaban ante nuestros ojos los amaneceres de los placeres
dentro de vuelos divinos de aves insólitas
en los contrapuntos de las voces de blancos cisnes cantores
mientras se escabullían de las ventanas abiertas de nuestra alma
y equilibraban en lo alto, en el cielo infinito,
como ahora, esta hora bendita
que, dentro de una visión, te emergiste preciosa
en el patio de mi recuerdo.

Ven conmigo y vístete de
alas de ave exótica para elevarnos tan alto
hasta obsequiar al Mundo y a las cosas
y a los ídolos viejos y olvidados
aquel aspecto libre de nuestro tiempo de infancia
aquella Revelación primera y extraña.

Y luego, al atardecer,
volemos, mujer alada, otra vez
aleteando abrazados hacia la Luz
en nuestra última órbita alegre
en una danza doble y eterna
de una transformada mariposa.

.

Poema: S p i r o s  I l i ó p u l o s

Traducción al español:  X e n i a  K a k a k i

.
.
.

Louis Aragon : Δώ’ μου τα χέρια σου να με αλαφιάσουν


.
Dante Gabriel Rossetti : Prosperine
.


ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ

.

Δώ’ μου τα χέρια σου να με αλαφιάσουν,
χέρια που ανέκαθεν αναπολώ
νά ’ρθουνε τη μοναξιά μου να σπάσουν,
δώσ’ τα μου νά ιδω έτσι κι εγώ καλό.

Άμα τα πιάνω στη φτενή μου αρπάγη
–δάχτυλα, σκιάξιμο, σάστισμα, φούρια–…
άμα τα πιάνω, όπως λυώνουν οι πάγοι
και το νερό βρίσκει κοίτη καινούργια,

νιώθεις τα ρεύματα που με διαρρέουν,
με κατακλύζουν και με καταχτούν,
που διατρυπούν τα πρανή των ορέων
και τί προδίδουν όσοι έτσι αταχτούν;…

Τί μαρτυράει εδώ η μύχια γλώσσα;
–ρήματα αλάλητα, αγριμιών ορμές,–
βουβά κι ανίδωτα και μύρια όσα
είδωλα μέσα σε μαύρο καθρέφτη… Μες

στην ανεκλάλητη πια ανατριχίλα
τί λεν τα δάχτυλα που έξαφνα πιάνουν
σφιχτά τη λεία τους; Τί λένε; Μίλα!
Σε μια στιγμή-αστραπή το αχανές χάνουν!…

Δώ’ μου τα χέρια σου, της καρδιάς μου εκμαγεία·
σιγάει ο κόσμος –σαν δεν είναι μόνα,
τα χέρια σου– να νιώσει τη μαγεία
του νυσταγμού η ψυχή μου εις τον αιώνα.

.
.
.

ΟΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΥ

.

Στων ρυακιών το ρέμα κοντοστέκεται Τραγουδά τραγούδια
Τρεχοβολάει Τον ουρανό κοιτώντας κράζει δυνατά κραυγάζει
Τη φούστα έχει ανοιχτή προς τον παράδεισο
Σε γοητεύει σε γοητεύει δηλαδή απόλυτα
Πάνω από μικρά φλοισβίσματα κουνάει ένα κλαράκι
Το άσπρο χέρι της σιγά-σιγά το σέρνει στ’ άσπιλό της μέτωπο
Στα πόδια της ανάμεσα νυφίτσες πιλαλάνε
Και στο καπέλλο της πάει και θρονιάζεται όλο το γαλάζιο

.

L o u i s  A r a g o n  (1897 – 1982)
Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ ε ν τ ρ ω τ ή ς

Από: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/ARAGON

.
.
.

L E S   M A I N S   D’  E L S A

Δημιουργία  βίντεο : Γιώργος Κεντρωτής


.

Paul Éluard : Μ’ έναν έρωτα στο στόμα

.
.
Φωτογραφία της δεκαετίας του 1920
.


[ Ν Α   Κ Ο Ι Μ Α Σ Α Ι ]

.

Να κοιμάσαι
Με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο
Μ’ έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μέσ’ στα μαλλιά
Στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα
Στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.

Να φεύγεις και να χάνεσαι
Μέσ’ απ’ τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του ανέμου
Πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
Γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες

Και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούργια σου όψη επάνω.

.

Μετάφραση: Ο δ υ σ σ έ α ς   Ε λ ύ τ η ς
Οδυσσέας Ελύτης, Δεύτερη γραφή, Αθήνα, Ίκαρος, 1976, σελ. 72.

.
.
.

Η   Ε Κ Σ Τ Α Σ Η

.

Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το παιδί μπρος στη φωτιά
Χαμογελώντας μόλις κι έχοντας στα μάτια δάκρυ
Μπροστά σε τούτο το τοπίο που όλα σκιρτούνε μέσα μου
Όπως θολώνουνε καθρέφτες και καθρέφτες λάμπουνε
Δυό γυμνά αντανακλώντας σώματα εποχή την εποχή

Χίλιες έχω να χαθώ δικαιολογίες
Στη γης αυτήν επάνω τη δίχως δρόμους
Στον ουρανό αυτό από κάτω τον χωρίς ορίζοντα
Δικαιολογίες καλές που χτες τις αγνοούσα
Και που δεν πρόκειται ποτέ να τις ξεχάσω
Καλά κλειδιά βλεμμάτων κλειδιά κορίτσια των αυτών κλειδιών
Μπροστά σε τούτο το τοπίο όπου δική μου είναι η φύση

Εμπρός στη φωτιά η πρώτη φωτιά
Δικαιολογία καλή λόγος κυρίαρχος
Αστέρι γνωστό και αναντίλεκτο
Και στη γης επάνω και στον ουρανό από κάτω
Έξω απ’ την καρδιά μου και στην καρδιά μου εντός
Μπουμπούκι δεύτερο πρώτο φύλλο πράσινο
Που με τα φτερά της το σκεπάζει η θάλασσα
Κι ο ήλιος στο τετέλεσται που βγαίνει από μέσα μας

Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το κλαδί μες στη φωτιά.

.

.

.

Μ Ε   Ε Σ Ε Ν Α

.

Κρατώ τον δρόμο σαν ποτήρι
Γεμάτο φως μαγευτικό
Γεμάτο λόγια ανάλαφρα
Αλλά και γέλια άνευ λόγου
Ο πι’ όμορφος της γης καρπός

Διαβάτες πλήρως ψάθινοι
Πουλιά γαλάζιας απουσίας
Στενό κορίτσι και χλωμό
Το τρώνε πάντα οι έγνοιες
Και πάντα μπρός μου βγαίνει να το

Μικρό κορίτσι που ’ν’ μικρό και αρχαίο
Μου δικαιώνει τα όνειρά μου
Ενδίδει και στους πόθους μου
Και μνήμες αφυπνίζει παιδικές
Στο κύμα το χρυσό του δρόμου.

.

.
.

Μ Ε Τ Α Ξ Υ   Σ Ε Λ Η Ν Η Σ   Κ Α Ι   Η Λ Ι Ο Υ

.

Σ’ το λέω, πασίχαρη εσύ και φωτεινή,
Η γύμνια σου μού γλείφει εδώ τα παιδικά μου μάτια
Η έκσταση των τρισόλβιων κυνηγών οφείλεται
Στ’ ότι εκάμαν ν’ αβγατίσει θήραμα τελείως διάφανο
Που διαστέλλεται χωρίς νερό σε ανθοδοχείο μέσα
Σαν σπόρος στη σκιά ενός χαλικοβότσαλου.

Γυμνή σε θωρώ και αραβούργημα εδείχτης που υμνεί
Των ωρών ο δείχτης στην κάθε του κάθετη στροφή
Κι ο ήλιος απλώνει να λιαστούν πέρα ώς πέρα μέσα στην ημέρα
Των ηδονών μου οι αχτίδες που έγιναν μεμιάς πλεξίδες.

.

P a u l   É l u a r d  (1895 1952)
Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ ε ν τ ρ ω τ ή ς

 

Από: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/ELUARD

.
.

Φωτογραφία : Alfred Cheney Johnston
.
.
.
.
.

Γιάννης Σκαρίμπας : Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά

.
John William Waterhouse : Boreas, 1902



ΟΥΛΑΛΟΥΜ . . .

.

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το “μπα”
που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

Γ ι ά ν ν η ς   Σ κ α ρ ί μ π ας  (18931984)

.
.
.

Γιάννης Σκαρίμπας-Νικόλας Άσιμος: «Ουλαλούμ»


Νίκος Εγγονόπουλος : Αγκαλιασμένοι


Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

 

ΚΛΕΛΙΑ

ή μάλλον

ΤΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ

ΙΙ

 

Μην κλαις — μην κλαις καλή —

τις μέρες που πέρασαν :

είτανε — να το ξέρης — δώρο των θεών


η γη σιγά

και πριν ακόμη ο ήλιος που τόσο αγαπάμε σβήση

— και δεν σκοπεύει πια για μας να ξαναβγή —

θε να σε πάρω

— για να προχωρήσουμε —

απ’ το λεπτό χεράκι


βλέπεις εκείνο το μνημείο

εκεί πέρα

θ’ ανοίξουμε την πόρτα

και θα μπούμε :

εκεί θε να σε πάρω αγκαλιά

κι’ αγκαλιασμένοι έτσι μια για πάντα

θα χαθούμε

μεσ’ στης Δευτέρας Παρουσίας

τα πολύχρωμα

γυαλιά


Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς (1907-1985)

Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω (1957) : Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004, σελ. 320-321



Νίκος Καρύδης : Σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα


Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

 

 

ΤΖΕΜΙΛΕ


Τζεμιλέ,
σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.

Tαξιδεμένη, φευγάτη, μακρινή
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις,
o  φίλος της βραδιάς γελούσε,
ο φίλος της βραδιάς έκλαιγε,
ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε.
Τζεμιλέ, φευγάτη μ’ ένα νυχτερινό κόκκινο φως,
ταξιδεμένη αγκαλιά μ’ ένα γραμμόφωνο,
μακρινή σα μια σειρά άδειων κλουβιών
που δεν είδα ποτέ μου,
«Θέατρο Σκιών» σ’ ένα απογευματινό χειμωνιάτικο
κυριακάτικο Πασαλιμάνι.

Τζεμιλέ,
τα σπίτια, οι δρόμοι, οι μέρες, οι νύχτες,
σε ποιά ζωή,
σε ποιά ζωή θα το πιστέψεις,
μαζί με ποιό γαρύφαλλο, μαζί με ποιό βοριά.
Θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου,
που δώσανε το χρώμα τους στα πανιά των καϊκιών,
που δώσανε ονόματα στα άστρα,
θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου,
με όλη την ελπίδα του καλοκαιριού,
καμπαναριό, κατάρτι, αϊτοράχη.

Ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε.
Ήταν η θάλασσα, το πέλαγος, τα χρόνια, ο χωρισμός,
ήταν ένα κανάτι της Αίγινας σπασμένο,
ήταν μια απριλιάτικη μέρα με είκοσι γαρίφαλα.
Τζεμιλέ,
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις,
σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.

Ν  ί  κ  ο  ς    Κ  α  ρ  ύ  δ  η  ς  (1917-1984)

Έξη ποιήματα, 1950

(Γ ι ώ ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς   &   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς,  Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 159-160.)




Χρίστος Ρουμελιωτάκης : Στη Λευκοθέα άρεσε το σκληρό κρεβάτι

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

Ο ΑΝΕΠΙΛΗΠΤΟΣ ΒΙΟΣ

Ο ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΟΘΕΑΣ



α΄


Τα ωραία ζουμπούλια στο ανθογυάλι

μου θυμίζουν

τη Λευκοθέα του ναυτολογικού γραφείου —

ερχόταν κάθε Σάββατο απόγευμα,

μερικές φορές και Κυριακή πρωί,

έβγαζε τα φορέματά της,

τα δαχτυλίδια της και το σταυρό της

και γέμιζε με άνθη και αρώματα

όλη η κάμαρη,

τί λέω η κάμαρη

ολόκληρο το σπίτι,

τί λέω το σπίτι

ολόκληρο το 324 οικοδομικό τετράγωνο

και παραπέρα ακόμη

ώς τα φανάρια και την Παναγίτσα

και τη ζωή μου τη φαρμακεμένη.


β΄


Στη Λευκοθέα

            άρεσε το σκληρό κρεβάτι,

έτσι, έλεγε,

βιώνεις με τη σάρκα και το αίμα σου

την κίνηση της ύλης

προς τη θέωση.

Ωδίνει και σπαργά το ξύλο, έλεγε,

και γίνεται καράβι που αποπλέει

τη συνοδεία πετεινών του ουρανού.

Πότε ψηλά και πότε στο βυθό,

εν μέσω των κυμάτων της θαλάσσης, έλεγε,

νεφέλη φωτεινή το αναρπάζει

κι ενώ θαρρείς πως  χάθηκε και πάει

φως ιλαρόν στο γαλαξία μέσα

εκχέεται εκείνο και οδεύει.

Αυτά και άλλα η Λευκοθέα απεφθέγγετο

πριν να γινούμε

θάλασσα και ήλιος

και γιασεμί νυχτερινό.


                                         γ΄


Φως ποθεινότατον η Λευκοθέα

σ’ άλλους αναβαθμούς

διαλάμπει τώρα —

βάζει φωτιά

και λαμπαδιάζουν τα καράβια

κι αχ, είναι ο βίος μας βραχύς

και ανεόρταστος.


Χ ρ ί σ τ ο ς   Ρ ο υ μ ε λ ι ω τ ά κ η ς  (1938)

Ξένος ειμί –και άλλα ποιήματα, 2002

(Γ ι ω ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 265-267)


Όλγα Μιχελή : Κοντά στη Μουσική



Η Όλγα Μιχελή γεννήθηκε στη Γλώσσα Σκοπέλου. Σπούδασε στη Βοστώνη και το Παρίσι αγγλική γλώσσα και γαλλική λογοτεχνία. Αφού τελείωσε το μεταπτυχιακό της στο Boston College, επέστρεψε στην Ελλάδα και εργάστηκε στην Αθήνα και τη Σκόπελο, όπου ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα πολιτιστικά δρώμενα της γενέτειράς της. Σήμερα εργάζεται στον Τομέα Εκπαίδευσης της Εμπορικής Τράπεζας. Η συμμετοχή της στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνίας της ΟΤΟΕ το 2005, της χάρισε έναν έπαινο. Το Κοντά στη Μουσική είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή. Ποιήματά της έχει μελοποιήσει ο Μιχάλης Τζουγανάκης.
«Καθαρά ερωτική ποιήτρια [η Όλγα Μιχελή] δομεί ένα έργο με σημαντικά χαρακτηριστικά […] που μέσα από την αρμονική τους συνύπαρξη αποδίδουν ωριμότητα στο έργο. Το βαθύ εννοιολογικό θέμα μιας ποιοτικής σύλληψης εναρμονίζεται με την απλή και κατανοητή φόρμα, που έντεχνα περνά σε πιο πλατύ κοινό τις έννοιες ενός πολύπλευρου και πολυδιάστατου ερωτικού λόγου.» (Κωνσταντίνος Ρούτης, Ζωγράφος -Συγγραφέας, Αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών)
 John Melhuish Strudwick : 
The music faintly falling

Στο φως των ερώτων

Στο Νίκο Παπάζογλου, 
πάνω στις «Στιγμές» του

Για χατίρι τού χθες
των ονείρων χαρές
ανταλλάσσω τη γη των ανθρώπων
για της πνοής τον αχό
της ματιάς σου το αχνό
επιστρέφω στο φως των ερώτων

Δεν περνούν οι στιγμές
όταν νιώθω να κλαις
γίνε πάλι παιδί που γελάει
γίνε πάλι η φωτιά
του αγριμιού η ματιά
που όλο σπίθες τριγύρω σκορπάει

Μου αρκούν δυο χαρές
κάθε μια δυο ζωές
στη σκιά της δικής σου πορείας
μου αρκεί να κρατώ
της ηχούς ξωτικό
στο μυαλό μου εικόνες μαγείας


Μυστικά κι αλησμόνητα

Μυστικά κι αλησμόνητα
να σε βλέπω τις νύχτες
ιδανικά να ορίζω
τη δική μας ζωή

Και στη ρότα του κόσμου
την αγάπη ανεμίζω
μ’ ένα άρωμα δυόσμου
απ’ το δικό σου κορμί

Μυστικά κι αλησμόνητα
να σου φιλώ τα μαλλιά
ιδανικά να φροντίζω
τις μύχιες πτυχές σου

Στου γαλάζιου τις νότες
ο χορός μου αρχινά
και μαντεύω ξανά
μυστικές αρετές σου


Σύναξη αγγέλων

Μετουσιώνω τους παλμούς
σε χάντρες με φεγγάρια
λειψή στην απουσία σου
σα γη χωρίς νερό
κι εκεί στην άκρη της καρδιάς
βρίσκω μαργαριτάρια
τα μάτια σου, τον ήχο σου,
της αύρας σου το φως

Στέλνω τη σκέψη μου μακριά
σε σύναξη αγγέλων
μισή στην απουσία σου
σα μάνα δίχως γιο
κι εκεί που σμίγουν μουσικές
ακούω συναξάρια
τα χέρια σου, το δάκρυ σου,
και της χαρά σου αχός


Jake Baddeley : Music 

 

Του Ορφέα παιδί

Με τον ήλιο καρσί*
κι ένα θαύμα στον ώμο
στο φτερό του Ερμή, να πετάω
θα σου φέρω εγώ
τον πιο όμορφο κρίνο
δεν τον είδες ποτέ, τον κρατάω
αειπάρθενη μνήμη
κάποιας άλλης ζωής
στην παλάμη σου μέσα, ακουμπάω
και ο νόμος της λήθης
που μου κάνει γητειές
αφυπνίζει το νου, και γλιστράω
οι δυο μας ταξίδι
στης Σφίγγας τα μέρη
να σε δω να γελάς, στο χρωστάω
το θαύμα στον  ώμο μου
είσαι όλος εσύ
του Ορφέα παιδί, σ’ αγαπάω

(*) καρσί : αντίκρυ

 

Ψάχνω να βρω

Ψάχνω να βρω την αίσθηση
που πήρε ο αέρας
αυτή που μούδειχνε καιρό
τους δρόμους της ψυχής
πού νάναι η αλήθεια σου
και πού η χαραμάδα
αφύλαχτη διάβαση
της μέσα σου πληγής

Ψάχνω να βρω την ερημιά
που θα με ξεκουράσει
το ξέφωτο της θάλασσας
που πλένει τις πληγές
να ξεμπερδέψω τις χαρές
κι αντάμα με τις λύπες
να ημερέψω την καρδιά
και να χαθώ στο χθες


Πορτραίτο

Είδα στον ύπνο μου προχθές
τα διάφανά σου χέρια
πορτραίτο αναγέννησης
ζωγράφου πινελιές
χρυσές χορδές των αστεριών
φέγγαν στα δάχτυλά σου
κι αντιφεγγίζαν όμορφες
των κόσμων χαραυγές


Ό λ γ α  Μ ι χ ε λ ή
Κοντά στη Μουσική, Πρόλογος: Κωνσταντίνος Ρούτης, Ζωγραφική: Ζάννα, Αθήνα, Εκδόσεις ΚΨΜ, 2008

Όλγα Μιχελή – Μιχάλης Τζουγανάκης


Σπύρος Ηλιόπουλος : Πτερόεν


Σήμερα, 5 Δεκεμβρίου 2011, συμπληρώνονται πέντε μήνες από την  πρώτη ανάρτηση στο παρόν ιστολόγιο : Ήταν το ποίημα από το οποίο πήρε την ονομασία του το πτερόεν. Γι’  αυτή τη μικρή επέτειο, και με καρδιά γεμάτη από την ανταπόκριση που βρήκε το ιστολόγιο, επαναλαμβάνω το εν λόγω ποίημα μαζί με άλλο ένα δικό μου ερωτικό, που  παρουσιάστηκε σε μια από τις πρώτες αναρτήσεις.  -Σ. Η.
 
William Bouguereau : L’ Amour et Psyche

 

Πτερόεν

                                                               [στην Αφροδίτη Αλεξανδροπούλου]

Πάμε λοιπόν
σε κείνα τα τοπία, που –θυμάσαι;–
ξεχείλιζαν στα μάτια μας οι ανατολές των ηδονών
μέσα σε ουράνιες πτήσεις παράξενων πτηνών
στις αντιστίξεις των φωνών πάλλευκων αγριόκυκνων
σαν ξέφευγαν απ’ της ψυχής μας τα ορθάνοιχτα παράθυρα
και ζυγιαζόντουσαν ψηλά, στο άπειρο στερέωμα,
σαν τώρα, τούτη τη βλογημένην ώρα
που, μες σ’ ένα όραμα, πανέμορφη αναδύθηκες
στης θύμησής μου το αίθριο.

Κι έλα και φόρεσε μαζί μου
εξωτικού πτηνού φτερά, τόσο ψηλά ν’ ανυψωθούμε
ώς να χαρίσουμε στον Κόσμο και τα πράγματα
και στα παλιά, λησμονημένα μας ινδάλματα
κείνη τη λεύτερη, των παιδικών μας χρόνων όψη
κείνη την πρώτη κι αλλοπρόσαλλη Αποκάλυψη.

Κι έπειτα, με το δείλι,
ας πετάξουμε, πτερόεσσα, και πάλι
φτεροκοπώντας αγκαλιά μέσα στο Φως
στην τελευταία μας χαρούμενη τροχιά
σ’ ένα διπλό κι ατέρμονα χορό
μιας μεταμορφωμένης πεταλούδας.


Κόκκινο σάλι

Πάνω απ’ τα καταπράσινα
στιλπνά φύλλα του ιβίσκου
η πρωινή σελήνη ολόγιομη, ολόγυμνη
κολυμπά, λες αιώνια, ξανά
στο απαλό σιέλ
τ’ ουρανού.

Αποβραδίς  ξεχάστηκε
απρόσεχτα ριγμένο
στου αίθριου το λευκό ανάκλιντρο
του έρωτα το  άλικο σάλι, κατακόκκινο
μονάχο τραγικά, ξεχασμένο να πάλλεται
μέσα στης  νύχτας τις  ασύστολες   πνοές
πάλι ξυπνώντας  μεσονύχτιες  ηδονές,
που,  μετά του ύπνου τη στοργή,
τώρα κανείς πια δεν ρωτά
γιατί παντοτινά  μέσα  στη λήθη
εγκαταλείφθηκαν:

μα έτσι τυχαία ριγμένο
καλεί σιωπηλά τους ωραίους θεούς
με το βλέμμα  το  απέραντ’   ατάραχο
ν’ αγαπήσουν ξανά κι εξαρχής
το αιφνίδιο, και πρόσκαιρο, κι άναρχο.


Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς


Γιάννης Ρίτσος : Σάρκινος λόγος

Ζωγραφική : Γιώργος Ρόρρης



Γυμνὸ σῶμα

 Ι.

Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.

Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.

Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.

Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.

Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.

Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.

Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.

Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;

Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.

Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;

Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.

Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.

Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.

Ἀθήνα 24.9.80

Σάρκινος λόγος

Ι.

Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.
Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.

Ἀθήνα 18.11.80
Γ ι  ά  ν  ν  η  ς   Ρ  ί  τ  σ  ο  ς 
Από Τὰ Ἐρωτικά, Κέδρος, 1981

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου