Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Τα χέρια

Μιά φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.
Σχεδίασμα Β’ – Διονύσιος Σολωμός
Μια φούχτα χώμα γύρεψα
πέρα απ’ το απέραντο γαλάζιο
εκεί που δεν ηχούν τα βόλια του θανάτου
Μια χούφτα χώμα
ένα χαμόγελο καθάριο
γάργαρο νερό να το ποτίζει
ν’ ανθίζουν της Γης
οι νιόβγαλτοι ανθοί
λουσμένοι στην αγάπη.
Μια φούχτα αγάπης Φως
ωσάν αυτό που δίδαξαν
οι Σοφοί της Γης
Μα κυρίαρχος κι εδώ ο φόβος.
Δεν είν’ το βόλι που τον ορίζει
είναι τα χέρια των ολίγων
Αυτά ορίζουν τη ζωή
Αυτά απλώνουν το σκοτάδι.
Μια χούφτα χώμα
να ξαποστάσει τ’ όνειρο
Όμορφο όνειρο κι απατηλό
το μέσα μου πώς καις…
Στης θάλασσας τη ξεβρασμένη τύρφη
έσβησες… Απόκαμα… μη με ρωτάς…
ατονεί η μνήμη…
- Λαμπεντούζα την έλεγαν;  Φαρμακονήσι; -
Σπέρνουν τα χέρια θάνατο, αυτό θυμάμαι
κι είναι η Μεσόγειος, τώρα πια,
ματωμένο βαλτονέρι!
©Δεκέμβρης ’13-Γενάρης ’14
Posted in Ποίηση | Tagged

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου