Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Ο μπρούντζινος ιππότης


Είχε σταθεί έξω από το μπαλκόνι της.
Αναμετρούσε το ανάστημά του με τον ψηλό πύργο.
Έψαχνε να βρει το αδύνατο σημείο.
Την κερκόπορτα.
Το ξεκλείδωτο παραθύρι.
Ακόνιζε το μυαλό και το σπαθί μου.
Μα εκείνη ακουμπούσε στα κάγκελα του μπαλκονιού
χαιρόταν την ανεμελιά της
έφτιαχνε τις μπούκλες της
και γελούσε περιπαιχτικά με τον ιππότη
που προσπαθούσε το ακατόρθωτο.

Εκείνος κάθισε σε μια πέτρα απέναντι από το μπαλκόνι της.
Και δεν έφευγε.
Την παρατηρούσε.
Μάθαινε κάθε λεπτομέρεια.
Παραμόνευε για ένα της λάθος.

Κι εκείνη γελούσε κοροϊδευτικά.
Άλλοτε τον λυπόταν όταν τον έλουζε η βροχή.
και κάποτε θαύμαζε την αντοχή και το κουράγιο του.
Μα ούτε μια τόσο δα στιγμούλα δεν λύγισε.
Δεν του έδωσε την παραμικρή ελπίδα να μπει στο κάστρο της.

Μέχρι εκείνο τον Ιούλη.
Που τον είδε να ξαπλώνει στο λιβάδι.
Τα κατάξανθα μαλλιά του έγιναν ένα με το στάχυ.
Το χαμόγελό του ίδιο με τα σύννεφα.
Οι παπαρούνες ζήλευαν τα χείλη του.
Κι ο ουρανός τη ματιά του.

Κατέβηκε τρεχάτη από τα σκαλιά
και βγήκε έξω.
Έγινε ένας δεύτερος ήλιος
σαν του χάριζε το χάδι της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου